Ιωάννης


Ιωάννης
I
(Juan).Όνομα δύο βασιλιάδων της Αραγονίας.
1. I. A’ (1350 – 1395). Βασιλιάς της Αραγονίας (1387-95). Ήταν γιος του Πέτρου Δ’, που άφησε τη διακυβέρνηση του κράτους του στη σύζυγό του, Γιολάνδη. Ο Ι. Α’ προστάτευσε τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ αγαπούσε υπερβολικά τα κυνήγια και τις γιορτές, συνήθειες στις οποίες δαπάνησε τον δημόσιο θησαυρό. Στη διάρκεια της βασιλείας του προσάρτησε στο κράτος του τη Σαρδηνία (1391). Πέθανε χωρίς να αφήσει απογόνους και αναγκαστικά τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Μαρτίνος.
2. I. B’ (1397 – 1479). Βασιλιάς της Ναβάρα (1425-79) και της Αραγονίας (1458-79). Ήταν αδελφός του Αλφόνσου E’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο. Για να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές ταραχές, κυρίως μετά τον θάνατο του γιου του, αναγκάστηκε να υπογράψει συμφωνία με τη Γαλλία, στην οποία παραχωρούσε τις πόλεις Ρουσιγιόν και Σερντάνι.
II
Όνομα πέντε πατριαρχών Αλεξανδρείας.
1. I. A’ ο Ταλάιας (5ος αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (482-489). Όταν ο αυτοκράτορας Ζήνων εξόρισε τον μονοφυσίτη πατριάρχη Πέτρο Μογγό, ο Ι. Α’ στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να πείσει τον αυτοκράτορα να επιτρέψει στους Αλεξανδρινούς να εκλέξουν εκείνοι τον πατριάρχη τους. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε το αίτημα, αφού πρώτα εξασφάλισε την ένορκη διαβεβαίωση του I. Α’ ότι δεν θα επεδίωκε να εκλεγεί αυτός πατριάρχης σε περίπτωση χηρείας του θρόνου. Όταν, παρ’ όλα αυτά, πέθανε ο πατριάρχης Τιμόθεος, ο I. Α’ αθέτησε τον όρκο του και με ανορθόδοξο τρόπο εξελέγη πατριάρχης. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση του βυζαντινού αυτοκράτορα, ο οποίος τον καθαίρεσε και τον υποχρέωσε σε φυγή. Τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας κατέλαβε και πάλι ο Πέτρος ο Μογγός.
2. I. B’ ο Ημούλας (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (496-505). Διαδέχθηκε τον πατριάρχη Αθανάσιο B’. Στα χρόνια του εκδηλώθηκαν σοβαρές διαμάχες ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές παρατάξεις της Αιγύπτου.
3. I. Γ’ ο Νικιώτης (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (507-517). Καταγόταν από το Νίκιο της Αιγύπτου. Στη διάρκεια της πατριαρχίας του εφάρμοσε πιστά τις διατάξεις του Ενωτικού του Ζήνωνα, ενώ έστειλε πολλές επιστολές σε όλες τις εκκλησίες της Αιγύπτου, με τις οποίες συμβούλευε τους εκκλησιαστικούς παράγοντες και τους χριστιανούς να αποδοκιμάζουν τους αιρετικούς. Επιπλέον, με γράμμα του προς τον πάπα Γελαστό αναθεμάτισε τους αιρετικούς Πελάγιο, Κελέστιο και Ιουλιανό.
4. I. Δ’ (6ος αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (569-579). Ανακηρύχθηκε πατριάρχης με την υποστήριξη της μίας από τις δύο αντίπαλες θρησκευτικές παρατάξεις της Αιγύπτου· η άλλη παράταξη ανακήρυξε πατριάρχη τον Δαμιανό.
5. I. E’ ο Ελεήμων (τέλη 6ου – αρχές 7ου αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-621). Καταγόταν από την Κύπρο και διορίστηκε πατριάρχης από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, ύστερα από απαίτηση των χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Ήταν ιδιαίτερα φιλάνθρωπος, γι’ αυτό αφοσιώθηκε με ζήλο στην ανακούφιση των προσφύγων, που έφταναν κατά χιλιάδες στην Αλεξάνδρεια μετά την εισβολή των Περσών στην Παλαιστίνη. Για τον σκοπό αυτό δαπάνησε όσο χρυσό βρήκε στα ταμεία του πατριαρχείου καθώς και την προσωπική του περιουσία. Όταν λίγο αργότερα οι Πέρσες κατέλαβαν και την Αλεξάνδρεια, ο I. Ε’ κατέφυγε στην Κύπρο, όπου έζησε έως τον θάνατό του. Για τη ζωή και το έργο του έγραψε ο Λεόντιος από τη Νάπολη, αντλώντας τις πληροφορίες του από μαρτυρίες και από μία βιογραφία του I. Ε’, την οποία είχαν γράψει οι μοναχοί Ιωάννης Μόσχας και Σωφρόνιος.
III
Όνομα τριών βασιλιάδων της Σουηδίας.
1. I. A’ Σβέρκερσον (Svearkerson, 1201 – 1222). Βασιλιάς της Σουηδίας (1216-22). Διαδέχθηκε στον θρόνο τον Ερρίκο Ι’. Ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένος στη θρησκεία, γεγονός που τον ώθησε στην παραχώρηση νέων προνομίων στους κληρικούς. Έτσι οι τελευταίοι αποτέλεσαν τους ουσιαστικούς κυβερνήτες της χώρας. Ο Ι. Α’ έλαβε μέρος στη σταυροφορία της Εσθονίας (1220).
2. I. B’ (1455 – 1513). Βασιλιάς της Σουηδίας (1497-1501). Γιος και διάδοχος του Χριστιανού A’, διετέλεσε επίσης βασιλιάς της Δανίας (1481-1513), ενώ ανακηρύχθηκε και βασιλιάς της Νορβηγίας (1483). Στη Σουηδία αντιμετώπισε ποικίλες αντιδράσεις και εκδιώχθηκε από τη χώρα.
3. I. Γ’ Βάζα (Vasa, 1537 – 1592). Βασιλιάς της Σουηδίας (1568-92). Ήταν δευτερότοκος γιος του Γουσταύου Βάζα, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο. Υπέγραψε τη συνθήκη του Στετίνου (1570), η οποία τερμάτιζε τον πόλεμο με τη Δανία και εξασφάλιζε την κατοχή της Νορβηγίας. Λίγο αργότερα κατέκτησε την Εσθονία (1579), στην οποία σύντομα παγίωσε την κυριαρχία του εξαιτίας της συμμαχίας με την Πολωνία. Στις προσπάθειές του για την καταπολέμηση του λουθηρανισμού –έκλεισε το προτεσταντικό πανεπιστήμιο της Ουψάλα– αντιμετώπισε την αντίδραση των ευγενών.
IV
(Δρέσδη 1801 – Πίλνιτς 1873).Βασιλιάς της Σαξονίας (1854-73). Ήταν γιος του πρίγκιπα Μαξιμιλιανού και της Καρολίνας, πριγκίπισσας της Πάρμα. Σπούδασε νομικά και κλασική φιλολογία και ασχολήθηκε με τη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, την οποία δημοσίευσε με πρόλογο και δικά του σχόλια (1849). Στο πλαίσιο της πνευματικής του δραστηριότητας εντασσόταν και η ίδρυση του Σαξονικού Συνδέσμου, με σκοπό την ενίσχυση της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας. Στην αρχή της βασιλείας του στράφηκε εναντίον των Πρώσων· αργότερα όμως συμφιλιώθηκε με τον βασιλιά τους, Γουλιέλμο, και πολέμησε στο πλευρό του κατά τη διάρκεια του Γαλλογερμανικού πολέμου (1870).
V
Όνομα δύο βασιλιάδων της Κύπρου.
1. I. A’ Λουζινιάν (1252 – 1285). Βασιλιάς της Κύπρου (1284-85). Γιος και διάδοχος του Ούγου Γ’, ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία 32 ετών, αλλά πέθανε έναν χρόνο αργότερα. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Ερρίκος B’.
2. I. B’ Λουζινιάν (1414 – 1458). Βασιλιάς της Κύπρου (1432-58). Παντρεύτηκε την Ελένη, κόρη του δεσπότη της Πελοποννήσου Θεόδωρου, η οποία κυβερνούσε στην πραγματικότητα το νησί.
VI
(Juan).Όνομα δύο βασιλιάδων της Καστίλης και Λεόνε.
1. I. A’ (Έπιλα 1358 – Αλκαλά 1390). Βασιλιάς της Καστίλης και Λεόνε (1379-90). Ήταν γιος του Ερρίκου B’ και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά της Πορτογαλίας Φερδινάνδου, Βεατρίκη. Μετά τον θάνατο του πεθερού του προσπάθησε να καταλάβει τη Λισαβόνα και να γίνει ο ίδιος βασιλιάς της Πορτογαλίας· ηττήθηκε όμως στην Αλγιουμπαρότα και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα κατακτητικά του σχέδια.
2. I. B’ (Τόρο 1405 – Βαγιαδολίδ 1454). Βασιλιάς της Καστίλης και Λεόνε (1406-54). Ήταν γιος του Ερρίκου Γ’. Άφησε την εξουσία στον Δον Αλβάρο ντε Λούνα, τον οποίο όμως αργότερα αποκεφάλισε (1453) για να φανεί αρεστός στη δεύτερη σύζυγό του, Ισαβέλλα της Πορτογαλίας. Στα χρόνια της βασιλείας του σημειώθηκε άνθηση των γραμμάτων, που αναβάθμισε συνολικότερα το επίπεδο της βασιλικής Αυλής.
VII
(Joao).Όνομα έξι βασιλιάδων της Πορτογαλίας.
1. I. A’ (Λισαβόνα 1357 – 1433). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1385-1433). Νόθος γιος του Πέτρου A’, έπειτα από τον θάνατο του ετεροθαλή αδελφού του, Φερδινάνδου, απαλλάχθηκε από τη μισητή στον λαό βασίλισσα Ελεονόρα. Αφού εξανάγκασε τα στρατεύματα του βασιλιά της Καστίλης, που είχαν εισβάλει στην Πορτογαλία διεκδικώντας τον θρόνο, να λύσουν την πολιορκία της Λισαβόνας και να αποχωρήσουν από τη χώρα, ο I. Α’ εξελέγη βασιλιάς από τα Cortes (Συνέλευση των αντιπροσώπων των τριών τάξεων). Στα χρόνια της ηγεμονίας του αναχαίτισε πολλές φορές τις δυνάμεις των Ισπανών, ακόμα και στο δικό τους έδαφος (Βαλβέρντε), και τελικά τους ανάγκασε να υπογράψουν μακροχρόνια ειρήνη. Φρόντισε για τη δημιουργία αποικιακού κράτους, καταλαμβάνοντας τη Θέουτα στην Αφρική και ευνοώντας τα εξερευνητικά ταξίδια.
2. I. B’ (Λισαβόνα 1455 – Αλβόρα 1495). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1481-95). Γιος του Αλφόνσου E’ και της Ελεονόρας της Πορτογαλίας, διετέλεσε αντιβασιλιάς (1475-76 και 1477) και διαδέχθηκε τον πατέρα του στηριζόμενος στα Cortes και στον λαό. Την περίοδο της βασιλείας του ο Μπαρτολομέο Ντιάζ ανακάλυψε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και ο Ι. Β’ υπέγραψε την περίφημη συνθήκη του Τορτεσίλιας (1494), με την οποία μοιράστηκε ο Νέος Κόσμος ανάμεσα στην Ισπανία και στην Πορτογαλία.
3. I. Γ’ (Λισαβόνα 1502 – 1557). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1521-57). Ήταν γιος του Εμμανουήλ A’ και της Μαρίας της Αραγονίας. Ιδιαίτερα θρησκόληπτος, εισήγαγε στη χώρα του την Ιερά Εξέταση και ανέθεσε την εκπαίδευση αποκλειστικά στους ιησουίτες. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η Πορτογαλία, ύστερα από τη μεγάλη ακμή στην οποία είχε φτάσει την εποχή του Εμμανουήλ A’, γνώρισε περίοδο κατάπτωσης και εξασθένησης, που προετοίμασε τον δρόμο για την κατάκτηση της χώρας από τον Φίλιππο B’ της Ισπανίας.
4. I. Δ’ (Βίλα Βισόσα 1604 – Λισαβόνα 1656). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1640-56). Γιος του Θεόδωρου, δούκα της Μπραγκάντσας, και της Αικατερίνης (απογόνου του Ιωάννη A’), φιλοδόξησε να καταλάβει τον θρόνο και να απελευθερώσει την Πορτογαλία από τον ισπανικό ζυγό. Οι Ισπανοί όμως αναγκάστηκαν σύντομα να εγκαταλείψουν τη χώρα, αφού ξέσπασε επανάσταση (1640), την οποία υποστήριζε στο εξωτερικό ο καρδινάλιος Ρισελιέ. Έτσι, η Πορτογαλία απέκτησε την ανεξαρτησία της και ο Ι. Δ’ στέφθηκε βασιλιάς έχοντας την υποστήριξη των Cortes και του λαού. Σύντομα σταθεροποίησε την εξουσία του νικώντας τους Ισπανούς στο Μοντίχο (1644) και επανακτώντας τη Βραζιλία, την οποία είχαν καταλάβει οι Ολλανδοί. Στο εσωτερικό της χώρας προέβη στην πραγματοποίηση ενός σημαντικού αριθμού μεταρρυθμίσεων.
5. I. E’ (Λισαβόνα 1689 – 1750). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1707-50). Γιος του Πέτρου B’, συνέχισε την πολιτική του πατέρα του στον αγώνα της ισπανικής διαδοχής. Νικήθηκε πολλές φορές από τους Γάλλους, ενώ μετά τις αλλεπάλληλες ήττες που δέχτηκε και στη Βραζιλία αναγκάστηκε να συνάψει ταπεινωτική ειρήνη (1715). Όταν προσεβλήθη από παράλυση (1744), υποχρεώθηκε να παραδώσει την εξουσία στον εξομολογητή του, Γκασπάρ ντε Evκαρναθόν. Ο Ι. Ε’ υπήρξε προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών· ήταν άλλωστε ο ιδρυτής της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιστορίας.
6. I. ΣΤ’ (Λισαβόνα 1769 – 1826). Βασιλιάς της Πορτογαλίας (1816-26). Ανέλαβε την αντιβασιλεία (1792), επειδή η μητέρα του, βασίλισσα Μαρία, παραφρόνησε. Όταν ο Ναπολέοντας έστειλε τον στρατηγό Ζινό (1807) να καταλάβει την Πορτογαλία, ο Ι. ΣΤ’ και η μητέρα του μαζί με το υπουργικό συμβούλιο κατέφυγαν στη Βραζιλία· εκεί δημιουργήθηκε το νέο Ηνωμένο Βασίλειο της Πορτογαλίας και της Βραζιλίας. Πριν επιστρέψει στην Ευρώπη και αποβιβαστεί στη χώρα του, αναγκάστηκε από τα Cortes να ορκιστεί πίστη στο σύνταγμα που του είχαν συντάξει. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ένας συνεχής αγώνας εναντίον των φιλοδοξιών των γιων του: ο Πέτρος κήρυξε τη Βραζιλία ανεξάρτητη (1822) και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, ενώ ο Μιχαήλ, αφού οργάνωσε μια πρώτη επανάσταση (1823), τον επόμενο χρόνο προσπάθησε –χωρίς αποτέλεσμα– να πετύχει την παραίτηση του πατέρα του και την παραχώρηση του θρόνου σε αυτόν.
Προσωπογραφία του Ιωάννη Α’, βασιλιά της Πορτογαλίας.
Προσωπογραφία του Ιωάννη Δ’, βασιλιά της Πορτογαλίας και ιδρυτή της δυναστείας της Μπραγκάντσας (Συλλογή Μπερταρέλι, Μιλάνο).
VIII
(Jan).Όνομα τριών βασιλιάδων της Πολωνίας.
1. I. A’ Αλβέρτος (Κρακοβία 1459 – Τορούν 1501). Βασιλιάς της Πολωνίας (1492-1501). Ήταν γιος και διάδοχος του Καζιμίρ Δ’. Οι πολεμικές επιχειρήσεις του με τους Τούρκους κατέληξαν στην καταστροφή της Μουκοβίνας (1497).
2. I. B’ ο Καζιμίρ (Κρακοβία 1609 – Νεβέρ 1672). Βασιλιάς της Πολωνίας (1655-68). Δευτερότοκος γιος του Σιγισμούνδου Γ’, έγινε ιησουίτης (1640) και αργότερα καρδινάλιος (1648). Όταν πέθανε ο ετεροθαλής αδελφός του, Βλαδίσλαος, που ήταν άτεκνος, ανακηρύχθηκε αιρετός βασιλιάς της Πολωνίας. Πολέμησε εναντίον της Σουηδίας και του Βραδεμβούργου, αλλά ηττήθηκε και η χώρα του έχασε τα πρωσικά της εδάφη· την ίδια περίοδο έχασε από τη Ρωσία και τις περιοχές που βρίσκονταν Α του ποταμού Δνείστερου. Οι συγκεκριμένες αποτυχίες τον οδήγησαν σε παραίτηση.
3. I. Γ’ Σομπιέσκι (Ολέσκο 1642 – Βιλάνοφ 1696). Βασιλιάς της Πολωνίας (1674-96). Ήταν γιος του διπλωμάτη Ιάκωβου Σομπιέσκι. Διακρίθηκε πολύ γρήγορα, αφού κατάφερε να οδηγήσει σε νίκη τα εξαντλημένα και αποθαρρημένα πολωνικά στρατεύματα, αρχικά εναντίον των εμπειροπόλεμων Σουηδών του Γουσταύου Αδόλφου (1653-60) και έπειτα εναντίον των Τατάρων, των Τούρκων και των Κοζάκων (μάχη του Χότσιμ, 1673). Την ίδια ημέρα της μάχης πέθανε ο ανίκανος βασιλιάς Μιχαήλ Βισνιαβιέτσκι και ο I. Γ’ ανακηρύχθηκε θριαμβευτικά διάδοχός του. Λίγα χρόνια αργότερα (1683) σημείωσε τη μεγαλύτερη πολεμική επιτυχία του, όταν με μικρές δυνάμεις νίκησε κάτω από τα τείχη της πολιορκημένης Βιέννης τον πανίσχυρο τουρκοταταρικό στρατό και απελευθέρωσε την πόλη. Αν και ήταν άξιος στρατιωτικός ηγέτης, δεν είχε πολιτικές ικανότητες. Η Πολωνία, κυκλωμένη από άσπονδους εχθρούς και εσωτερικά διχασμένη, βάδιζε προς την καταστροφή, την οποία οι νίκες του I. Γ’ ανέστειλαν προσωρινά.
IX
(Jean).Όνομα δύο βασιλιάδων της Γαλλίας.
1. I. A’ ο Οψιγενής (Jean le Posthume, 15 Νοεμβρίου 1316 – 19 Νοεμβρίου 1316). Βασιλιάς της Γαλλίας και της Ναβάρα. Ήταν γιος του Λουδοβίκου I’. Γεννήθηκε πέντε μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του και πέθανε πέντε ημέρες μετά τη γέννησή του. Λόγω των συνθηκών ανακηρύχθηκε βασιλιάς ο θείος του, Φίλιππος ο Μακρός, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι αντικατέστησε τον I. Α’ με άλλο ετοιμοθάνατο βρέφος επιδιώκοντας να σφετεριστεί τον θρόνο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε έμπνευση για πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα.
2. I. B’ ο Αγαθός (Jean le Bon, 1319 – 1364). Βασιλιάς της Γαλλίας (1350-64). Ήταν γιος και διάδοχος του Φιλίππου ΣΤ’. Αν και ιππότης, ο χαρακτήρας του ήταν επιπόλαιος και ασταθής. Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον βασιλιά της Ναβάρα Κάρολο, αρνήθηκε να δώσει την προίκα που είχε υποσχεθεί και συγκεκριμένα τις επαρχίες της Καμπανίας, της Βουργουνδίας και του Μπρι. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τη διεξαγωγή πολέμου ανάμεσα στους δύο βασιλιάδες. Ο I. Β’ ηττήθηκε στο Πουατιέ από τους Άγγλους συμμάχους του γαμπρού του και οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Αγγλία. Εκεί αναγκάστηκε να υπογράψει συμφωνία, με την οποία υποχρεωνόταν να πληρώσει τρία εκατομμύρια χρυσά σκούδα για να εξαγοράσει την ελευθερία του, ενώ επέστρεψε στη χώρα του αφήνοντας ως ομήρους στην Αγγλία τους δύο γιους του και τον αδελφό του. Επειδή δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το υπέρογκο ποσό και ταυτόχρονα έμαθε πως ένας από τους γιους του είχε αποδράσει, επέστρεψε με τη θέλησή του στο Λονδίνο, όπου έζησε αιχμάλωτος έως τον θάνατό του.
Ο βασιλιάς της Γαλλίας Ιωάννης Β’ ο Αγαθός.
X
Όνομα λογίων του Βυζαντίου.
1. I. ο Φιλόπονος (Αλεξάνδρεια, περ. 490 – περ. 565). Φιλόσοφος και θεολόγος. Μαθητής του νεοπλατωνικού Αμμώνιου, αναγνώριζε τη σπουδαιότητα της φιλοσοφίας και δεν τη θεωρούσε απλώς μέσο για την απόκτηση της χριστιανικής γνώσης. Ήταν ο πρώτος εκπρόσωπος του χριστιανικού αριστοτελισμού. Έγραψε σχόλια στον Αριστοτέλη και στην Αριθμητική Εισαγωγή του Νικομάχου. Στο κυριότερο θεολογικό του έργο, Διαιτητής Περί ενώσεως, δίνει στη μονοφυσιτική διδασκαλία αριστοτελική μορφή, ερμηνεύοντας την Αγία Τριάδα ως τρεις διαφορετικές υποστάσεις μίας μοναδικής φύσης. Αυτές οι απόψεις του ονομάστηκαν τριθεϊσμός, ενώ λίγο αργότερα θεωρήθηκαν αιρετικές. Στο Κατά Πρόκλου περί αϊδιότητος κόσμου,ο I. πολεμά με φιλοσοφικά και όχι θεολογικά επιχειρήματα τη νεοπλατωνική αντίληψη για την αιωνιότητα του κόσμου.
2. I. ο Λυδός (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι.). Ιστορικός και λόγιος. Κατέλαβε υψηλά αξιώματα την εποχή των αυτοκρατόρων Αναστασίου A’ και Ιουστινιανού A’, αργότερα όμως έπεσε σε δυσμένεια (522), οπότε αφοσιώθηκε στις μελέτες του. Ακέραιο σώζεται το έργο του Περί διοσημειών, ενώ από τα Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας και Περί μηνών σώζονται μόνο αποσπάσματα. Οι Λόγοι προς τον έπαρχο Ζωτικό και προς τον Ιουστινιανό και η Ιστορία των προς Πέρσας πολέμων έχουν χαθεί. Μολονότι τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από δεισιδαιμονίες και έλλειψη κριτικών συμπερασμάτων, ωστόσο παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, αφού παρέχουν πληροφορίες για μη διασωθέντα έργα.
3. Ι. ο Γλυκύς(9ος αι.).Μελοποιός. Μελοποίησε πολλά έργα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα οκτώ δογματικά του Δαμασκηνού και τα έντεκα εωθινά του Λέοντα του Σοφού. Έγραψε επίσης μια μικρή προπαιδεία σε ήχο A’ κατά το αργό στιχηραρικό είδος, για την εξάσκηση των αρχαρίων· κανόνισε ακόμη τους όρους της σύνθεσης των μουσικών θέσεων κατά το είδος της μετροφωνίας και βελτίωσε το είδος του παλιού ή αργού στιχηραρίου.
4. I. ο Καμενιάτης (10ος αι.). Χρονικογράφος. Βλ. λ. Καμενιάτης, Ιωάννης.
5. I. ο Απόκαυκος(11ος αι.). Λόγιος και μητροπολίτης Ευχαίτων της Μικράς Ασίας. Ανήκε στις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής του, γι’ αυτό είχε ενταχθεί στην ομάδα των λογίων που συμβούλευαν τον αυτοκράτορα (κυρίως του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου) σε ζητήματα πνευματικού περιεχομένου. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της νομικής σχολής της Κωνσταντινούπολης και συνέταξε ο ίδιος τον ιδρυτικό νόμο της σχολής. Υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος και πολλοί από τους μαθητές του διακρίθηκαν αργότερα. Έγραψε ποιήματα, λόγους και επιστολές, που παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη θρησκευτική και πνευματική ζωή της εποχής του και ασχολήθηκε με τη συγγραφή του χρονικού της βασιλείας του Κωνσταντίνου Μονομάχου. Το συγκεκριμένο κείμενο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, αφού δεν κολάκευε καθόλου τον αυτοκράτορα, ενώ αποτέλεσε και την αιτία της απομάκρυνσης του Ι. από την πρωτεύουσα, με τον διορισμό του ως μητροπολίτη στον απομακρυσμένο μητροπολιτικό θρόνο των Ευχαίτων της Μικράς Ασίας.
6. I. ο Σικελιώτης (13ος αι.). Χρονικογράφος. Πολλοί θεωρούν το όνομά του ψευδώνυμο κάποιου λογίου. Συνέγραψε ένα χρονικό, το οποίο καλύπτει χρονολογικά την περίοδο από τον Αδάμ έως την εποχή του αυτοκράτορα Θεόδωρου Λάσκαρη.
7. I. ο Ακτονάριος(14ος αι.). Γιατρός και συγγραφέας ιατρικών έργων. Τα σημαντικότερα έργα του ήταν η Ιατρική μέθοδος και το Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος και της κατ’ αυτό διαίτης.
8. I. ο Αρχίατρος (15ος αι.). Λόγιος και γιατρός. Το πιο αξιόλογο έργο του ήταν η Παντοίων παθών θεραπεία.
XI
Όνομα στρατηγών του Βυζαντίου.
1. Ι. (; – 468). Έλαβε μέρος υπό την αρχηγία του Βασιλίσκου στην εκστρατεία εναντίον των Βανδάλων της Αφρικής, όπου πολέμησε με γενναιότητα. Ο Βάνδαλος στρατηγός Γεζέριχος εντυπωσιάστηκε από την ανδρεία του I. και τον κάλεσε να παραδοθεί, δίνοντάς του την υπόσχεση να μην τον βλάψει. Εκείνος όμως προτίμησε να πέσει από το πυρπολημένο πλοίο του στη θάλασσα για να μην αιχμαλωτιστεί.
2. Ι. (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι.). Ανέπτυξε δράση στα χρόνια του Αναστάσιου A’ (491-518), ενώ είχε αναγορευθεί και έπαρχος του Ιλλυρικού. Έγινε γνωστός για την αποστολή που ανέλαβε στη διάρκεια της βουλγαρικής επιδρομής (517), όπου φρόντισε να εξαγοράσει από τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία τους αιχμάλωτους κατοίκους.
3. Ι. ο Μυστάτιων (6ος αι.). Έλαβε μέρος στους πολέμους εναντίον των Περσών στην Ανατολή και αργότερα ως επικεφαλής βυζαντινών στρατευμάτων κατατρόπωσε τον στρατό των Αβάρων κοντά στην Αδριανούπολη (587).
4. I. ο Αρμένιος (; – 534). Πολέμησε μαζί με τον Βελισάριο εναντίον των Βανδάλων της βόρειας Αφρικής, όπου στη διάρκεια της καταδίωξης του αρχηγού των εθνικών στρατευμάτων σκοτώθηκε κατά λάθος από έναν στρατιώτη του.
5. I. Αρσακίδης (; – 535). Ήταν αρμενικής καταγωγής από το βασιλικό γένος των Αρσακιδών. Αρχικά υπηρετούσε στον περσικό στρατό, αργότερα όμως αυτομόλησε μαζί με τον αδελφό του και πολλούς άλλους Αρμένιους και κατετάγη στον βυζαντινό στρατό. Επικεφαλής στρατιωτικού σώματος πήγε στην Καρχηδόνα για να ενισχύσει τον εκεί βυζαντινό στρατό, που αγωνιζόταν να καταστείλει το κίνημα του Στότζα· καταδιώκοντας τον αρχηγό των στασιαστών έπεσε από το άλογό του και σκοτώθηκε.
6. I. Γούζης (6ος αι.). Έδρασε την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού A’ (527-565). Για μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρέτησε στη Λαζική, όπου έχτισε πολλά φρούρια για να εξασφαλίσει την άμυνα της χώρας εναντίον των Περσών. Σκοτώθηκε στη διάρκεια της πολιορκίας της περσικής πόλης Πέτρας.
7. I. ο Πετζιγαύδιος (7ος αι.). Έφερε τον τίτλο του πατρικίου. Ήταν πρωτεργάτης της τριακονταετούς ειρήνης που συνομολογήθηκε ανάμεσα στους Βυζαντινούς και στους Άραβες (678).
8. Ι. (; – 698). Έδρασε κατά τα χρόνια της βασιλείας του Λεόντιου (695-698) και έφερε τον τίτλο του πατρικίου. Ήταν επικεφαλής της στρατιωτικής αποστολής στη Λιβύη, όπου οι Άραβες επιδρομείς είχαν καταλάβει την Καρχηδόνα και είχαν αποκλείσει το λιμάνι της. Ο I. επιτέθηκε και κυρίευσε την Καρχηδόνα, αλλά τον επόμενο χρόνο εκτοπίστηκε από ισχυρό αραβικό στρατό και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κρήτη. Εκεί δολοφονήθηκε από τους στρατιώτες του, οι οποίοι στασίασαν, αποκήρυξαν τον Λεόντιο και αναγόρευσαν αυτοκράτορα τον Αψίμαχο.
9. Ι. (; – 715). Ήταν επίσης διάκονος· έδρασε κατά τα χρόνια της βασιλείας του Αναστάσιου B’. Είχε αναλάβει την αρχηγία μιας στρατιωτικής αποστολής στη Φοινίκη με τη διαταγή να πυρπολήσει τον αραβικό στόλο που βρισκόταν εκεί. Όταν ο βυζαντινός στόλος κατέπλευσε στη Ρόδο, οι άρχοντες των στρατευμάτων της περιφέρειας της Προύσας στασίασαν και σκότωσαν τον I., επειδή δεν ανέχονταν να διοικούνται από έναν διάκονο. Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσαν τον Αναστάσιο B’ και αναγόρευσαν αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο παρά τη θέλησή του.
10. Ι. (; – 789). Έδρασε κατά την περίοδο της βασιλείας της Ειρήνης της Αθηναίας (780-792). Ήταν ευνούχος και σακελάριος (ταμίας) στην αυλή της αυτοκράτειρας, η οποία τον διόρισε στρατηγό και τον έστειλε στην Ασία εναντίον των Αράβων, όπου πέτυχε να αποκρούσει μία επιδρομή τους (781). Όταν ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη διορίστηκε λογοθέτης και πήρε μέρος σε στρατιωτική αποστολή στην Ιταλία (789), με σκοπό να ματαιώσει τα κατακτητικά σχέδια του Καρόλου του Μεγάλου. Επιτέθηκε εναντίον των στρατευμάτων του τελευταίου έχοντας την υποστήριξη του στρατηγού Θεόδωρου, διοικητή της Σικελίας, και του Αρίχη, δούκα του Μπενεβέντου· η επιχείρηση όμως απέτυχε και ο ίδιος ο I. σκοτώθηκε στη σύγκρουση.
11. Ι. (τέλη 10ου – αρχές 11ου αι.). Έφερε τον τίτλο του πατρικίου και ανέπτυξε δράση κατά τα χρόνια της βασιλείας του Βασίλειου B’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025). Ενώ πολεμούσε εναντίον των Βουλγάρων αιχμαλωτίστηκε από τον Σαμουήλ και φυλακίστηκε στο φρούριο της Στρουμνίτζας, όπου έμεινε έγκλειστος 22 χρόνια (996-1018). Ο Βασίλειος έπειτα από πολλές επιχειρήσεις μπόρεσε να κατατροπώσει τα βουλγαρικά στρατεύματα και έτσι το φρούριο, όπου ήταν κλεισμένος ο Ι., παραδόθηκε από τον αρχηγό του Δραγόμουζ στους Βυζαντινούς.
12. Ι. (11ος αι.). Έδρασε κατά τα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου (1042-55). Ανακηρύχθηκε στρατηγός (1050) χάρη στην εύνοια της βασίλισσας Ζωής και ετέθη επικεφαλής αποστολής εναντίον των επιδρομέων Πετσενέγων, που είχαν φτάσει μέχρι τις πύλες της Κωνσταντινούπολης. Ο Ι. τους επιτέθηκε νυχτερινές ώρες, τακτική που τον οδήγησε στην ολοκληρωτική σφαγή των εισβολέων.
13. Ι. (11ος αι.). Ήταν ευνούχος και πρωτοβεστιάριος στην αυλή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1078-81). Όταν διορίστηκε στρατηγός, προέλασε στην Ασία εναντίον του στασιαστή στρατηγού Νικηφόρου Μελισσηνού, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας Νίκαιας με την υποστήριξη των Τούρκων. Ο απειροπόλεμος ευνούχος τόλμησε την πολιορκία της Νίκαιας, παρά τις αντίθετες υποδείξεις των έμπειρων στρατηγών που τον συνόδευαν. Έπειτα από λίγο, όμως, έφτασαν και οι Τούρκοι σύμμαχοι του στασιαστή, στη θέα των οποίων ο I. τράπηκε έντρομος σε φυγή, δίνοντας μάλιστα το σύνθημα για τη διάλυση του στρατού του.
14. I. Άγγελος (12ος αι.). Έδρασε κατά τα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ A’ Κομνηνού (1143-80). Ήταν γιος του στρατηγού και διοικητή της Δαλματίας Κωνσταντίνου Αγγέλου και της Θεοδώρας Κομνηνής. Επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης, προχώρησε στην Ιταλία (1146) για να ενισχύσει τον στρατηγό Μιχαήλ Παλαιολόγο στον πόλεμο εναντίον του Γουλιέλμου A’, βασιλιά της Σικελίας. Μετά την αποτυχία της εκστρατείας γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και πήρε μέρος στη νικηφόρα εκστρατεία του Μανουήλ A’ εναντίον των Ούγγρων και αργότερα σε άλλη εναντίον των Τούρκων του Ικονίου. Τέλος, κατατρόπωσε και τους Βουλγαροβλάχους επαναστάτες της χερσονήσου του Αίμου.
15. I. Αξούχος. Βλ. λ. Αξούχος, Ιωάννης.
16. I. Απλάκης. Βλ. λ. Απλάκης, Ιωάννης.
17. I. Βιταλιανός. Βλ. λ. Βιταλιανός.
18. I. Λόγγος (; – 1453). Τον Ιανουάριο του 1453 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, επικεφαλής 700 στρατιωτικών και δύο πλοίων, μετά τη σχετική πρόσκληση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου IA’ Παλαιολόγου, για να βοηθήσει στην άμυνα της πολιορκούμενης πρωτεύουσας. Τόσο αυτός όσο και οι άνδρες του έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και πίστη στον αγώνα, εμψυχώνοντας με κάθε τρόπο τους πολιορκημένους Έλληνες. Στην τελική έφοδο των Τούρκων τραυματίστηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη μάχη, γεγονός που αποθάρρυνε τον πληθυσμό· πέθανε έπειτα από λίγες μέρες.
XII
Όνομα δύο δεσποτών των Νέων Πατρών (Υπάτη).
1. I. A’ Άγγελος Δούκας ο Λαπατρίας (; – 1295). Δεσπότης των Νέων Πατρών (1259-90). Ήταν νόθος γιος του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ B’ Αγγέλου, από τον οποίο είχε αναλάβει τη διοίκηση των Νέων Πατρών. Έλαβε ενεργά μέρος στην επιχείρηση εναντίον των στρατευμάτων της Νίκαιας (1259), των οποίων επικεφαλής ήταν ο Ιωάννης Δ’ Δούκας Λάσκαρις (αυτοκράτορας του βυζαντινού κράτους της Νίκαιας). Εξοργίστηκε όμως με τους συμπολεμιστές του Φράγκους ιππότες, οι οποίοι φλέρταραν την όμορφη σύζυγό του, και έτσι συμμάχησε με τον Ιωάννη Δ’ και κατανίκησε τους Φράγκους. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έγινε κύριος όλης της περιοχής από το Γαλαξίδι έως τον Όλυμπο, με πρωτεύουσα την Υπάτη, που ονομαζόταν τότε Νέαι Πάτραι (οι Φράγκοι την ονόμαζαν Λα Πατρία). Όταν του επιτέθηκε ο Μιχαήλ H’ με ισχυρό στρατό, ο I. Α’ ζήτησε τη βοήθεια του Φράγκου άρχοντα της Θήβας, ενώ μετά την ήττα του από τους Βυζαντινούς (1290) αναζήτησε καταφύγιο στα Γιάννενα, όπου πέθανε.
2. I. B’ Άγγελος (14ος αι.). Δεσπότης των Νέων Πατρών (1303-18). Ήταν εγγονός του προηγούμενου. Αρχικά είχε αναλάβει την επιτροπεία του ο δούκας της Αθήνας Γουίδον B’ Ντελαρός, αργότερα όμως ο διάδοχός του, Βαλθέρος Βρυέννιος, διεκδίκησε τη διεύρυνση της επιτροπείας και στο δεσποτάτο. Μετά τον θάνατο του Βρυέννιου, ο I. Β’ πήρε τον τίτλο Κύριος της Αθήνας και των Νέων Πατρών. Ουσιαστικοί όμως κύριοι ήταν οι Καταλανοί μισθοφόροι, τους οποίους είχαν προσλάβει στην υπηρεσία τους οι δεσπότες και οι ηγεμόνες για όσο διάστημα διήρκεσε η μεταξύ τους φιλονικία. Μετά τον θάνατο του I. Β’ το δεσποτάτο των Νέων Πατρών ενοποιήθηκε με το δουκάτο της Αθήνας.
XIII
Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας.
1. I. A’ ο Αξούχος (; – 1238). Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1235-38). Ήταν πρωτότοκος γιος του Αλεξίου A’ Μέγα Κομνηνού (1204-22). Συμβασίλευσε συνολικά τρία χρόνια με τον γαμπρό του, Ανδρόνικο Γίδα, και βρήκε τραγικό θάνατο στην Τραπεζούντα.
2. I. B’ Μέγας Κομνηνός (1262/3 – 1297/8). Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1280-85 και 1285-97). Ανέβηκε στον θρόνο μετά την αιχμαλωσία του αδελφού του, Γεωργίου Α’ (1266-80), και αφού κατέπνιξε στο αίμα τη στάση που εκδηλώθηκε εναντίον του, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παντρεύτηκε την κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, Ευδοκία. Επιστρέφοντας στην Τραπεζούντα, παραιτήθηκε από τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων και έλαβε τον τίτλο του βασιλιά της Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας. Ο Ι. Β’ συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση της αυτονομίας της Εκκλησίας της Τραπεζούντας.
3. I. Γ’ Μέγας Κομνηνός (1322 – ;). Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1342-44). Ήταν γιος του Μιχαήλ Μέγα Κομνηνού και ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο της Άννας Αναχατλού. Η περίοδος της βασιλείας του ήταν πολύ σύντομη, αφού ο Ι. Γ’ βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με τον πατέρα του και τους άρχοντες, οι οποίοι τον βοήθησαν να ανέβει στον θρόνο· έτσι οι τελευταίοι φρόντισαν να τον εκθρονίσουν και να τον περιορίσουν στην Αδριανούπολη. Όταν κατάφερε να ξεφύγει από τον τόπο της εξορίας του (1362), πήγε στη Σινώπη και παρέμεινε εκεί έως τον θάνατό του.
4. I. Δ’ Μέγας Κομνηνός (1403 – 1458/9). Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας (1429-58). Ανέβηκε στον θρόνο της Τραπεζούντας μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Αλεξίου Δ’ Μεγάλου Κομνηνού. Στη διάρκεια της βασιλείας του οι Τούρκοι πολιόρκησαν με διαταγή του Μωάμεθ την Τραπεζούντα και κατάφεραν, μολονότι δεν εκπόρθησαν την πόλη, να τον αναγκάσουν να υπογράψει μαζί τους μια ταπεινωτική συμφωνία (1458). Ο I. Δ’, έχοντας διακρίνει έγκαιρα τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε το κράτος του από την αυξανόμενη δύναμη των Τούρκων, προσπάθησε με διάφορους τρόπους να προετοιμάσει την άμυνά του και να ενισχύσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις. Στο πλαίσιο της φροντίδας του αυτής επεδίωξε να εξασφαλίσει τη συμμαχία του αντιπάλου του, Μωάμεθ Ουζούν Χασάν, με τον οποίο πάντρεψε την κόρη του, Θεοδώρα· ακόμη εξασφάλισε τη χορήγηση βοήθειας από τον άρχοντα της Σαντορίνης Νικόλαο Κρίσπο, ο οποίος έγινε σύζυγος της άλλης του κόρης. Ο I. Δ’ λίγο πριν πεθάνει όρισε διάδοχό του τον αδελφό του, Δαβίδ, που ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας.
XIV
Όνομα οκτώ αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.
1. I. A’ Τσιμισκής (; – 976). Βυζαντινός αυτοκράτορας (969-976). Στρατηγός και πολιτικός με εξαιρετικά προσόντα, είναι ο δεύτερος, μετά τον Νικηφόρο Φωκά, από τους τρεις σημαντικούς στρατηγούς-αυτοκράτορες της δυναστείας, των οποίων τα στρατιωτικά κατορθώματα επέδρασαν ουσιαστικά στην όψη της αυτοκρατορίας. Οι πρώτες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ι. Α’ διεξήχθησαν στα βόρεια σύνορα του κράτους, όπου η στάση του αρχηγού των Ρώσων, Σφενδοσλάβου, μετά την κατάληψη της Βουλγαρίας, οδήγησε σε ρωσοβυζαντινό πόλεμο. Στη διάρκειά του οι Βυζαντινοί σημείωσαν σημαντικές νίκες, όπως αυτή στην Πρεσλάβα (971), όπου συνελήφθη ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις, και εκείνη στο Δορύστολο (971), το οποίο κατακτήθηκε ύστερα από σκληρή πολιορκία τριών μηνών. Τελικά οδηγήθηκαν στη σύναψη ειρήνης με τους Ρώσους (οι οποίοι όμως μαζί με τον αρχηγό τους, Σφενδοσλάβο, αποδεκατίστηκαν από τους Πετσενέγους καθώς επέστρεφαν στην πατρίδα τους), στη διάλυση του βουλγαρικού κράτους και στην προσάρτηση των ανατολικών του επαρχιών. Ακολούθησε εκστρατεία στην Ανατολή (974-975), με σκοπό να αναχαιτιστούν οι Φατιμίδες της Αιγύπτου, οι οποίοι επεδίωκαν να επεκτείνουν τη δύναμή τους στη Συρία. Αποτέλεσμα αυτών των επιχειρήσεων ήταν η προέλαση του Ι. Α’ μέχρι τους Aγίους Τόπους και η κατάληψη των πόλεων Τιβεριάδας και Ναζαρέτ. Προσπαθώντας να εξασφαλίσει την κατάληψη της Φοινίκης επέστρεψε στην περιοχή και στον γυρισμό κατέλαβε τη Βηρυττό και τη Σιδώνα. Την επιτυχημένη πορεία του ανέκοψε σοβαρή ασθένεια, εξαιτίας της οποίας επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέθανε.
2. I. B’ Κομνηνός, ο Καλογιάννης (12ος αι.). Βυζαντινός αυτοκράτορας (1118-43). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες σύγχρονων και μεταγενέστερων ιστορικών ήταν ο καλύτερος Κομνηνός, αφού τον χαρακτήριζαν η σύνεση, η ενεργητικότητα, η γενναιότητα και η καλοσύνη. Δείγμα της τελευταίας ήταν η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε την αδελφή του, όταν συνωμότησε εναντίον του, μετά την ανάρρησή του στον θρόνο. Λιτός ο ίδιος, επέβαλε αυτή την απλότητα στην καθημερινή ζωή της Αυλής, ενώ αφιέρωσε το μεγαλύτερο διάστημα της βασιλείας του πολεμώντας τους διάφορους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Όταν συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της τουρκικής απειλής, ξεκίνησε μια σειρά στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον των Τούρκων της Μικράς Ασίας (1119), η οποία στέφθηκε με επιτυχία. Η επανεμφάνιση, όμως, των ορδών των Πετσενέγων (1122) τον ανάγκασε να διακόψει αυτή την εκστρατεία και να σπεύσει στη Θράκη, όπου σημείωσε μια ολοκληρωτική νίκη εναντίον τους. Αυτό στάθηκε αφορμή για την καθιέρωση ειδικής γιορτής στο Βυζάντιο. Οι λαοί που απασχόλησαν στη συνέχεια τον Ι. Β’ ήταν οι Σέρβοι και οι Ούγγροι, οι οποίοι συμμάχησαν κάποια στιγμή, παρότι είχαν δεχτεί ανεπανόρθωτες ήττες από τους Βυζαντινούς. Ο πόλεμος που ακολούθησε έληξε με την υποχώρηση των Ούγγρων. Η περίπτωση της Μικράς Ασίας συνέχισε να απασχολεί σοβαρά τον αυτοκράτορα, ο οποίος στράφηκε ξανά εναντίον των Τούρκων και οργάνωσε επανειλημμένες εκστρατείες, τόσο κατά των Δανισμενδιτών (1130-35) όσο και κατά των Σελτζούκων (1137). Στο δυτικό μέτωπο η ένωση από τον Ρογήρο B’ (ανιψιό του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου) της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας και η στέψη του στο Παλέρμο (1130) θορύβησε όχι μόνο τον Βυζαντινό αλλά και τον Γερμανό αυτοκράτορα. Δημιουργήθηκε έτσι μια συμμαχία Βυζαντίου-Γερμανίας-Πίζα με καθαρά αντινορμανδικό χαρακτήρα, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στον Ι. Β’ να προετοιμαστεί εναντίον του ηγεμόνα της Αντιόχειας. Δυστυχώς, ο θάνατός του (πέθανε σε κυνήγι) εμπόδισε την πραγματοποίηση αυτής της επιχείρησης.
3. I. Γ’ Δούκας Βατάτζης. Βλ. λ. Βατάτζης, Ιωάννης.
4. I. Δ’ Λάσκαρις (13ος αι.). Αυτοκράτορας της Νίκαιας (1258-61). Διαδέχθηκε τον πατέρα του, Θεόδωρο B’ Λάσκαρι, σε ηλικία 7 ετών, με αντιβασιλιά τον ταπεινής καταγωγής Γεώργιο Μουζάλωνα. Η αντίδραση της αριστοκρατίας, την οποία ο Θεόδωρος B’ είχε παραγκωνίσει με την κοινωνική του πολιτική, εκδηλώθηκε με επικεφαλής τον Μιχαήλ Παλαιολόγο, άνδρα ικανότατο αλλά σκληρό και χωρίς ηθικούς φραγμούς. Ο Μιχαήλ (ο Μουζάλων είχε δολοφονηθεί) ανέλαβε την αντιβασιλεία και αυτοανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας (1259). Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261) ο Μιχαήλ στέφθηκε και πάλι αυτοκράτορας, ενώ ο Ι. Δ’ όχι μόνο δεν παραβρέθηκε στην τελετή αλλά λίγο αργότερα τυφλώθηκε και τελικά απομακρύνθηκε από τον βυζαντινό θρόνο.
5. I. E’ Παλαιολόγος (14ος αι.). Βυζαντινός αυτοκράτορας (1341-52, 1354-76, 1379-90 και 1390-91). Κατά το διάστημα που ήταν ανήλικος επιτροπευόταν από τη μητέρα του, Άννα της Σαβοΐας. Η κρίσιμη πολιτική κατάσταση που του κληροδοτήθηκε περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο με τον νέο εμφύλιο πόλεμο, τον οποίο προκάλεσε ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Στο θρησκευτικό πεδίο, το κίνημα των ησυχαστών και η κοινωνική εξέγερση των ζηλωτών χρωματίστηκαν πολιτικά, με τους ησυχαστές να τάσσονται υπέρ του Καντακουζηνού, ο οποίος υποστηριζόταν από την αριστοκρατική παράταξη, και τους ζηλωτές υπέρ του νόμιμου αυτοκράτορα Ι. E’. Ωστόσο, η ταραγμένη αυτή εποχή στιγματίστηκε από την άνοδο της σερβικής και τουρκικής δύναμης, οι οποίες φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την εμφύλια διαμάχη και τις προσπάθειες των αντίπαλων παρατάξεων να τις προσεταιριστούν. Έτσι, ο Ιωάννης Καντακουζηνός υποστηρίχθηκε διαδοχικά από τον Στέφανο Ντουσάν, τους Σελτζούκους και τους Οθωμανούς, οφείλοντάς τους τελικά την προσωρινή επικράτησή του. Οι ενισχύσεις που προσέφεραν οι εχθροί στις αντιμαχόμενες παρατάξεις συνοδεύτηκαν από καταστροφές και καταλήψεις βυζαντινών περιοχών· ο συνεχής περιορισμός των ελεύθερων βυζαντινών εδαφών ήταν πια γεγονός. Παράλληλα με τον εμφύλιο πόλεμο (1342-47) ξέσπασε και το κοινωνικό κίνημα των ζηλωτών, ως αποτέλεσμα της άθλιας οικονομικής κατάστασης των λαϊκών στρωμάτων. Στο χρονικό αυτό διάστημα ο Στέφανος Ντουσάν, ο οποίος είχε πάψει να υποστηρίζει τον Καντακουζηνό, κατέλαβε τις Σέρρες (1345) και τον επόμενο χρόνο έλαβε τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων και των Σέρβων, εντείνοντας ταυτόχρονα τις προσπάθειές του για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
6. I. ΣΤ’ Καντακουζηνός (; – 1383). Βυζαντινός αυτοκράτορας (1347-55). Η άνοδός του στον θρόνο έγινε ύστερα από εμφύλιο πόλεμο, ενώ αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι και η πτώση του προκλήθηκε από αναζωπύρωση του εμφύλιου πολέμου. Οι πόλεμοι αυτοί στιγμάτισαν τον 14o αι. και επιτάχυναν την κατάρρευση της αυτοκρατορίας, που έπρεπε παράλληλα να αντιμετωπίσει ποικίλους εξωτερικούς εχθρούς, έντονα οικονομικά, κοινωνικά και θρησκευτικά προβλήματα καθώς και μια ισχυρή διασπαστική τάση στις περιοχές που βρίσκονταν ακόμα υπό τον έλεγχό της. Ο Ι. ΣΤ’ ξεκίνησε τη δράση του ως αρχηγός της πολιτικής παράταξης που υποστήριζε τον εγγονό του Ανδρόνικου B’ Παλαιολόγου κατά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ παππού και εγγονού. Μετά την επικράτηση του εγγονού (1328), Ανδρόνικου Γ’, ο Ι. ΣΤ’ πρωταγωνίστησε στη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων, παρότι αντιδρούσαν σε αυτό τόσο η μητέρα του Ανδρόνικου όσο και η σύζυγός του, Άννα της Σαβοΐας. Ο θάνατος του Ανδρόνικου Γ’ (1341) δημιούργησε νέα προβλήματα, αφού ο ανήλικος γιος του, Ιωάννης Ε’, εποπτευόταν από τη μητέρα του στη διακυβέρνηση. Άρχισε τότε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στην παράταξη του νόμιμου αυτοκράτορα και στον Ι. ΣΤ’, με καταστρεπτικές συνέπειες για την αυτοκρατορία. Η προσφυγή και των δύο παρατάξεων για βοήθεια στους πιο επικίνδυνους εχθρούς του κράτους (Σέρβους, Βούλγαρους, Τούρκους κλπ.), τη στιγμή που ο βασικός στόχος αυτών των εχθρών ήταν να επεκτείνουν τα κράτη τους σε βάρος του Βυζαντίου, αποτέλεσε εγκληματικό λάθος. Η δυναστική αυτή σύγκρουση όξυνε ανεπανόρθωτα τη βαθύτατη οικονομική και κοινωνική κρίση, με αποτέλεσμα την εκδήλωση κοινωνικών επαναστάσεων. Η σοβαρότερη από αυτές ήταν η επανάσταση των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342). Εκεί ο επαναστατημένος λαός τάχθηκε με τον νόμιμο αυτοκράτορα, ενώ ο Ι. ΣΤ’ υποστηρίχθηκε από την αριστοκρατία· αυτή η εξέλιξη έδωσε και ταξική διάσταση στη σύγκρουση. Τελικά, η πολιτικοκοινωνική κρίση κατέληξε στη συνδιαλλαγή των δύο παρατάξεων (1347) και ουσιαστικά στην επικράτηση του Καντακουζηνού, ο οποίος συμβασίλευσε με τον Ιωάννη E’ έως το 1355, αν και στην πραγματικότητα κυβερνούσε μόνος του. Η αναταραχή αυτών των χρόνων ωφέλησε ιδιαίτερα τους Σέρβους του Στέφανου Ντουσάν, οι οποίοι, υποστηρίζοντας πότε τη μία και πότε την άλλη πλευρά, κατάφεραν να προσαρτήσουν περισσότερες από τις μισές αυτοκρατορικές κτήσεις. Την ίδια περίοδο οι Γενουάτες κατέλαβαν τη Χίο (1346) και πήραν στα χέρια τους όλο σχεδόν το εμπόριο της Κωνσταντινούπολης. Η κατάληψη της Καλλίπολης, που ακολούθησε, από τους Τούρκους (1354) είχε εξαιρετικά έντονη απήχηση στον πληθυσμό της αυτοκρατορίας και δυσχέρανε τη θέση του Καντακουζηνού, αφού θεωρήθηκε ο κύριος υπαίτιος της τουρκικής επέκτασης. Έτσι, επικράτησε ο Ιωάννης Ε’ και ο Καντακουζηνός αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί σε μοναστήρι. Ο Καντακουζηνός υπήρξε λόγιος, ενώ ως μοναχός ανέπτυξε αξιόλογη συγγραφική δράση. Η καταγραφή της ιστορίας των χρόνων του (1320-56), μολονότι δεν γράφτηκε με αντικειμενικότητα, θεωρείται πολύτιμη πηγή για την ιστορία των Βαλκανίων του 14ου αι. Έγραψε ακόμη θεολογικά δοκίμια και υποστήριξε τους ησυχαστές.
7. I. Z’ Παλαιολόγος (; – 1408). Βυζαντινός αυτοκράτορας (1390 και 1399-1402). Ήταν γιος του Ανδρόνικου Δ’ Παλαιολόγου και εγγονός του Iωάννη E’ Παλαιολόγου. Ανακηρύχθηκε βασιλιάς μαζί με τον πατέρα του, όταν με τη βοήθεια του Τούρκου σουλτάνου εκθρόνισαν τον παππού του και τον συμβασιλέα αδελφό του, Μανουήλ Παλαιολόγο. Το πρώτο διάστημα της βασιλείας του ήταν αρκετά σύντομο, αφού ο Μανουήλ τον εκδίωξε από τον θρόνο αποκαθιστώντας τον Ιωάννη Ε’. Όταν ανήλθε στον θρόνο ο ίδιος, ο Μανουήλ όρισε αντιβασιλέα τον Ι. Ζ’, ο οποίος διαχειριζόμενος μια κρίση με τον σουλτάνο Βαγιαζήτ δεν δίστασε να διαπραγματευτεί την παράδοση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Τα ολέθρια σχέδιά του ακύρωσε η ήττα των Τούρκων, στη μάχη της Άγκυρας, από τον Ταμερλάνο (1402). Ο Μανουήλ εξόρισε τον Ι. Ζ’ στη Λήμνο, ενώ μετά τον διακανονισμό για το ζήτημα της διαδοχής ανέλαβε τη διοίκηση της Θεσσαλονίκης έως τον θάνατό του.
8. I. H’ Παλαιολόγος (15ος αι.). Βυζαντινός αυτοκράτορας (1425-48). Υπήρξε διάδοχος του Μανουήλ. Επί των ημερών του οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη (1430) ύστερα από πολιορκία, της οποίας ηγήθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος. Ο Ι. Η’ προσπαθώντας να απεγκλωβίσει την αυτοκρατορία από την τουρκική πίεση επεδίωξε τη συνδρομή της Δύσης. Το μέσο που χρησιμοποίησε για την επίτευξη του στόχου του ήταν η ένωση των δύο Εκκλησιών, που πραγματοποιήθηκε τελικά στην περίφημη σύνοδο Φεράρα-Φλωρεντίας (1439). Ωστόσο, όχι μόνο δεν εξασφαλίστηκε η δυτική βοήθεια αλλά προκλήθηκαν και έντονες αντιδράσεις από τους πολίτες της αυτοκρατορίας. Το κήρυγμα σταυροφορίας του πάπα Ευγένιου Δ’ είχε απήχηση στους ανατολικούς λαούς της Ευρώπης, κυρίως στους Ούγγρους αλλά και στους Πολωνούς και Ρουμάνους, οι οποίοι αισθάνονταν αμεσότερα την τουρκική απειλή. Σταυροφορικός στρατός αυτών των λαών, με αρχηγό τον βασιλιά της Ουγγαρίας Λαδίσλαο Δ’ και ηρωικό πολεμιστή τον Ιωάννη Ουνιάδη, επιχείρησε την τελευταία ευρωπαϊκή απόπειρα εναντίον των Τούρκων και ηττήθηκε στη μάχη της Βάρνας (1444).
Ο Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός ως αυτοκράτορας και με το μοναχικό σχήμα, που περιεβλήθη μετά τον θρόνο (Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι).
XV
(Johannis).Όνομα 25 παπών της Ρώμης.
1. I. A’ (; – Ραβένα 526). Πάπας της Ρώμης (523-526). Καταγόταν από την Τοσκάνη και διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Ορμίσδα. Στάλθηκε από τον Θεοδώριχο (αρειανός βασιλιάς της Ιταλίας) στον αυτοκράτορα Ιουστίνο A’ για να εξασφαλίσει την ευμένεια του τελευταίου προς τους αρειανούς πολίτες της Κωνσταντινούπολης, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Όταν επέστρεψε στη Ραβένα, επειδή απέτυχε στην αποστολή που του είχε ανατεθεί, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή.
2. I. B’ (Μερκούριος, ; – 535). Πάπας της Ρώμης (533-535). Όταν έγινε πάπας, επειδή το κοσμικό του όνομα, Μερκούριος, ήταν ειδωλολατρικό, ονομάστηκε I. Από τότε επικράτησε η συνήθεια να αλλάζουν οι ποντίφικες το όνομά τους μετά την εκλογή τους. Φανατικός αντίπαλος των αιρετικών, καταπολέμησε τη σιμωνία και τις καταχρήσεις και αφόρισε τους νεστοριανούς.
3. I. Γ’ (; – 574). Πάπας της Ρώμης (561-574). Διαδέχθηκε τον Πελάσγιο A’, αλλά υποχρεώθηκε να περιμένει την αναγνώριση της στέψης του από τον βυζαντινό αυτοκράτορα. Με τη συνεργασία του βυζαντινού στρατηγού Ναρσή, που ήταν εγκατεστημένος στη Ρώμη, επανέφερε στην τάξη τις Εκκλησίες της Ραβένα και του Μιλάνου, χωρίς όμως να καταφέρει να εξαλείψει το σχίσμα των Τριών Κεφαλαίων.
4. I. Δ’ (; – 642). Πάπας της Ρώμης (640-642). Καταγόταν από τη Δαλματία και διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Σεβερίνο. Με επιστολή που έστειλε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Γ’ έσπευσε να ταχθεί εναντίον των μονοθελητών, προσπαθώντας να κερδίσει την εύνοιά του, γιατί η εχθρότητά του απέναντι σε αυτούς τους αιρετικούς ήταν ήδη γνωστή.
5. I. E’ (; – 686). Πάπας της Ρώμης (685-686). Καταγόταν από τη Συρία και ως διάκονος εκπροσώπησε τον πάπα Αγάθωνα στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Διάδοχος του πάπα Βενέδικτου B’, ανήλθε στον παπικό θρόνο χωρίς να περιμένει την έγκριση της εκλογής του από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Έκτοτε, την επικύρωση της εκλογής των παπών πραγματοποιούσε ο αυτοκρατορικός έξαρχος της Ιταλίας, γεγονός που σήμαινε και τη μερική χειραφέτηση της παποσύνης από το Βυζάντιο.
6. I. ΣΤ’ (; – 705). Πάπας της Ρώμης (701-705). Ελληνικής καταγωγής, διάδοχος του Σεργίου A’, επεδίωξε την ειρήνευση του λαού, που είχε επαναστατήσει εναντίον του έξαρχου Θεοφύλακτου. Κατάφερε ακόμη να τερματιστούν οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων του Μπενεβέντο εναντίον των Ελλήνων της κεντρικής Ιταλίας.
7. I. Z’ (; – 707). Πάπας της Ρώμης (705-707). Ελληνικής καταγωγής, διαδέχθηκε τον Ιωάννη ΣΤ’. Μολονότι επηρεαζόταν ιδιαίτερα από την προσωπικότητα του Ιουστιανιανού B’, αρνήθηκε σε αυτόν την επικύρωση της συνόδου που είχε συγκληθεί το 692 στην Κωνσταντινούπολη χωρίς την παπική συγκατάθεση. Όσον αφορά τους Λογγοβάρδους, συνέχισε την πολιτική ειρήνευσης των προκατόχων του και αποκατέστησε τον έλεγχό του στην περιοχή των Κοτείων Άλπεων.
8. I. H’ (; – 882). Πάπας της Ρώμης (872-882). Αρχιδιάκονος της Εκκλησίας της Ρώμης, διαδέχθηκε τον Αδριανό B’. Η συμβολή του στις πολιτικές υποθέσεις της Δύσης υπήρξε καθοριστική. Αντιμέτωπος με την ανερχόμενη φεουδαρχία και τον αραβικό κίνδυνο, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη σταθεροποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Έστεψε αυτοκράτορες τον Κάρολο τον Φαλακρό (875), του οποίου την εκλογή είχε υποστηρίξει, και τον Κάρολο τον Παχύ (881). Δεν μπόρεσε τελικά να πετύχει την οργάνωση του αγώνα εναντίον των Σαρακηνών, γιατί η δύναμη των Καρολιγγείων είχε πια εξασθενήσει, ενώ η βοήθεια που περίμενε από το Βυζάντιο δεν έφτασε ποτέ, αφού εκθρονίστηκε (881) ο πατριάρχης Φώτιος, με τον οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις. Σώζονται πολυάριθμες επιστολές του.
9. I. Θ’ (Τίβολι 840 – Ρώμη 900). Πάπας της Ρώμης (898-900). Ανήκε στο τάγμα των Βενεδικτίνων μοναχών και διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Θεόδωρο B’. Επιδίωξε να επιβάλει την εξουσία της Αγίας Έδρας στις σλαβικές χώρες.
10. I. Ι’ (Τοσινιάνο 860 – Ρώμη 928). Πάπας της Ρώμης (914-928). Διετέλεσε διαδοχικά αρχιεπίσκοπος στην Μπολόνια και στη Ραβένα. Μολονότι τότε απαγορευόταν στους επισκόπους, με νόμο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, να μετακινηθούν στο αξίωμα του πάπα, ο I. Ι’ με την υποστήριξη της Θεοδώρας, συζύγου του Ρωμαίου συγκλητικού Θεοφύλακτου, κατέλαβε τον παπικό θρόνο. Όταν οι Σαρακηνοί της κεντρικής Ιταλίας επιτέθηκαν στη Ρώμη, ο Ι. Ι’ ηγήθηκε του στρατού, επειδή ο δούκας της Φριούλης, Βερεγγάριος, τον οποίο προηγουμένως είχε στέψει αυτοκράτορα, έδειξε αδυναμία να τους αντιμετωπίσει. Τελικά, μετά τις νικηφόρες επιχειρήσεις της Σαβίνια και του Γκαριλιάνο, κατάφερε να σώσει την πόλη. Αργότερα έπεσε στη δυσμένεια της εταίρας Μοροζίας, κόρης της Θεοδώρας, φυλακίστηκε και δολοφονήθηκε.
11. I. IA’ (Ρώμη 910 – Ρώμη 935). Πάπας της Ρώμης (931-935). Όπως αναφέρεται στην Παπική Βίβλο, ήταν γιος της περιβόητης Μοροζίας και του πάπα Σέργιου Γ’. Επειδή ευλόγησε τον τρίτο γάμο της μητέρας του με τον Ούγο της Προβηγκίας, προκάλεσε την οργή του αδελφού του, Αλβέριχου, ο οποίος, αφού φυλάκισε τη Μοροζία, έκλεισε τον Ι. ΙΑ’ για μικρό χρονικό διάστημα στη φυλακή. Από τη στιγμή εκείνη η εξουσία του Ι. ΙΑ’ ήταν τυπική, ενώ όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τον αδελφό του, Αλβέριχο.
12. I. IB’ (Ρώμη 937 – 964). Πάπας της Ρώμης (955-964). Γιος του Αλβέριχου B’, διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Αγαπητό B’. Νεότατος, φιλόδοξος και ακόλαστος, δεν κατόρθωσε να συνεχίσει την πολιτική του πατέρα του, βλάπτοντας και τον εαυτό του και τη Ρώμη. Στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει τις φατρίες των Ρωμαίων ευγενών, ζήτησε την παρέμβαση του Όθωνα A’, ο οποίος όμως του επέβαλε το βαρύ τίμημα του περίφημου privilegium (962). Καθαιρέθηκε με εντολή του αυτοκράτορα από τη ρωμαϊκή σύνοδο (963), επειδή έλαβε μέρος σε μια συνομωσία.
13. I. ΙΓ’ (; – 972). Πάπας της Ρώμης (965-972). Γιος της Θεοδώρας της νεότερης και εγγονός του Θεοφύλακτου, εξελέγη πάπας με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Όθωνα A’. Λίγο αργότερα ο ρωμαϊκός λαός επαναστάτησε εναντίον του και τον φυλάκισε στο φρούριο του Αγίου Αγγέλου. Αποκαταστάθηκε στον παπικό θρόνο με τη μεσολάβηση και πάλι του Όθωνα A’. Έστεψε αυτοκράτορα τον Όθωνα B’ (967) και ευλόγησε τον γάμο του με τη Θεοφανώ, κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού B’. Ο I. ΙΓ’, πάντα πιστός και αφοσιωμένος στον αυτοκράτορα, διοίκησε την Εκκλησία σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις υποδείξεις εκείνου.
14. I. ΙΔ’ (Peter Campanova,; – 984). Πάπας της Ρώμης (983-984). Αναρριχήθηκε στον παπικό θρόνο με την υποστήριξη του αυτοκράτορα Όθωνα B’, μετά τον θάνατο του οποίου οι αντίπαλοί του ανακήρυξαν αντίπαπα τον Βονιφάτιο Z’. Ο I. ΙΔ’ φυλακίστηκε στο φρούριο του Αγίου Αγγέλου, όπου –όπως λέγεται– στραγγαλίστηκε ή πέθανε από ασιτία.
15. I. IE’ (; – 996). Πάπας της Ρώμης (985-996). Ανήλθε στον παπικό θρόνο με την υποστήριξη του Κρήσκεντα B’, αλλά εξαιτίας της προκλητικής συμπεριφοράς του διώχθηκε και κατέφυγε στην Τοσκάνη. Με τη βοήθεια των Γερμανών επέστρεψε στη Ρώμη· ανακήρυξε άγιο τον Ούλριχο της Αυγούστας (993). Εργάστηκε για τη διάδοση του καθολικισμού στην Πολωνία και αντιμετώπισε εχθρικά τις φιλελεύθερες τάσεις του γαλλικού κλήρου.
16. I. ΙΣΤ’ (; – 1013). Πάπας της Ρώμης (997-998). Ήταν ελληνικής καταγωγής και διετέλεσε επίσκοπος Πλακεντίας. Εξελέγη από τον Κρήσκεντα αντίπαπας του νόμιμου πάπα Γρηγορίου E’, ο οποίος είχε εκλεγεί με τη βοήθεια του Όθωνα Γ’. Ο Γρηγόριος E’ υποχρεώθηκε να καταφύγει στη βόρεια Ιταλία, απ’ όπου επανειλημμένα αναθεμάτισε τον I. ΙΣΤ’. Τελικά με τη βοήθεια του Όθωνα Γ’ επέστρεψε στη Ρώμη. Ο I. ΙΣΤ’ τυφλώθηκε και φυλακίστηκε σε κάποια μονή, όπου πέθανε.
17. I. IZ’ (Sicco, ; – 1003). Πάπας της Ρώμης (1003). Πατέρας τριών παιδιών, έγινε πάπας με τη βοήθεια του Κρήσκεντα. Στη διάρκεια της εξάμηνης εξουσίας του δεν σημειώθηκε κάποιο αξιόλογο γεγονός.
18. I. IH’ (Phasianus, ; – 1009). Πάπας της Ρώμης (1004-9). Όπως και ο προηγούμενος, ήταν εκλεγμένος με τη βοήθεια του Κρήσκεντα. Κατά την περίοδο της εξουσίας του αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις με το Βυζάντιο.
19. I. ΙΘ’ (Romanus, ; – 1032). Πάπας της Ρώμης (1024-32). Όταν ήταν πάπας ο αδελφός του, Βενέδικτος Η’, διορίστηκε από τον αυτοκράτορα Ερρίκο B’ της Γερμανίας συγκλητικός και πολιτικός διοικητής της Ρώμης. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, αφού παρέλαβε όλα τα εκκλησιαστικά αξιώματα μέσα σε μία ημέρα, ανακηρύχθηκε πάπας χωρίς να έχει απαλλαγεί από το αξίωμα του διοικητή της Ρώμης. Όργανο ουσιαστικά της θέλησης και της πολιτικής του αυτοκράτορα της Γερμανίας Κοράδου B’, έλυνε τα διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα της Γερμανίας και της Ιταλίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του.
20. I. KA’ (Petrus JulianiPetrus Hispanus, Λισαβόνα 1220; – Βιτέρμπο 1277). Πάπας της Ρώμης (1276-77). Επιστήμονας, γιατρός και φημισμένος φιλόσοφος, έγινε καρδινάλιος (1273) και αργότερα διαδέχθηκε τον πάπα Αδριανό E’. Μολονότι ήταν άνθρωπος του πνεύματος, επιχείρησε να οργανώσει μια σταυροφορία κατά των Σαρακηνών (1276) και να δώσει τέλος στο σχίσμα με την Ανατολή. Έγραψε πολυάριθμα συγγράμματα ιατρικού και φιλοσοφικού περιεχομένου.
21. I. KB’ (Καόρ 1245 – Αβινιόν 1334). Πάπας (1316-34). Διαδέχθηκε τον Κλήμη E’. Αδιάλλακτος αντίπαλος των εσχατολογικών θέσεων των φραγκισκανών, καταδίκασε (1323) ως αιρετική τη θεωρία της απόλυτης πενίας. Αφόρισε τον Λουδοβίκο Δ’ τον Βαυαρό, που είχε στεφθεί αυτοκράτορας χωρίς το παπικό χρίσμα (1324), και κήρυξε αιρετικό τον Ματέο Βισκόντι (1327), οργανώνοντας εναντίον του ένα είδος σταυροφορίας υπό την καθοδήγηση του καρδινάλιου Μπερτράντο ντελ Ποτζέτο. Ακόμη, αναδιαμόρφωσε την παπική εξουσία (Κουρία) δίνοντάς της τη μορφή την οποία, μετά τις ελάχιστες τροποποιήσεις του Σίξτου E’ και του Πίου Ι’, διατηρεί έως σήμερα.
22. I. ΚΓ’ (Baldassare Cossa, Νάπολη 1370 – Φλωρεντία 1419). Πάπας της Ρώμης (1410-15). Πειρατής σε νεαρή ηλικία, απέκτησε αργότερα τεράστια περιουσία από την πώληση γραμμάτων για την άφεση αμαρτιών (συγχωροχάρτια). Κατά την περίοδο που ήταν αντιπρόσωπος του πάπα κυβέρνησε τη Βονωνία με τυραννικό τρόπο. Αδίστακτος και διεφθαρμένος, κατόρθωσε με δωροδοκίες και εκβιασμούς σε βάρος των καρδιναλίων να υπερισχύσει των αντιπάλων του, πάπα Βενέδικτου ΙΓ’ και Γρηγορίου IB’, και να αναρριχηθεί στον παπικό θρόνο. Οι έντονες αντιδράσεις προς το πρόσωπό του τον ανάγκασαν να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνστάντια (1414-18), της οποίας την υπόσταση και την εγκυρότητα προσπάθησε να υπονομεύσει με κάθε τρόπο. Τελικά η σύνοδος εκείνη τον καταδίκασε και τον καθαίρεσε. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποδοκίμασε τον I. ΚΓ’, τον διέγραψε από τους καταλόγους των παπών και έδωσε τον αριθμό ΚΓ’ στον πάπα Ιωάννη τον επιλεγόμενο Καλό.
23. Ι. ΚΓ’ (Angelo Roncalli, 1881 – 1963). Πάπας της Ρώμης (1958-63). Προερχόμενος από φτωχή αγροτική οικογένεια, χειροτονήθηκε ιερέας το 1904 και αμέσως μετά αφοσιώθηκε σε διπλωματικές σπουδές. Διορίστηκε αρχιεπίσκοπος Μεσημβρίας (1934) και μετατέθηκε στην Τουρκία (1935) ως αποστολικός διαχειριστής. Εκείνο το διάστημα επισκεπτόταν συχνά και την Ελλάδα, προσπαθώντας να συμβάλλει με όσες δυνάμεις διέθετε στην αντιμετώπιση των σκληρών συνθηκών της Κατοχής. Το 1953 έγινε καρδινάλιος και λίγο αργότερα εξελέγη πατριάρχης Βενετίας. Η άνοδός του στον παπικό θρόνο σηματοδότησε μια αξιόλογη διεύρυνση των σχέσεων με την Ορθόδοξη Εκκλησία, γεγονός που διευκόλυνε ιδιαίτερα ο σεμνός και ταπεινός χαρακτήρας του. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζει το Επί γης ειρήνη (Pacem in terris),το οποίο έγραψε (1962) με αφορμή τα γεγονότα στην Κούβα· διατύπωνε σε αυτό την ανάγκη ειρήνευσης σε Ανατολή και Δύση.
24. Ι. Παύλος Α’. Βλ. λ. Ιωάννης-Παύλος.
25. Ι. Παύλος Β’. Βλ. λ. Ιωάννης-Παύλος.
Ο πάπας Ιωάννης ΚΓ’.
Ο πάπας Ιωάννης Z’, ελληνικής καταγωγής, φρόντισε για την ανάπτυξη των τεχνών στη Ρώμη και ίδρυσε τον ναό του Αγίου Πέτρου (αρχές 8ου αι.) (Κρύπτες Βατικανού, Ρώμη).
XVI
Όνομα μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
1. I., Αναστασιάδης (1834 – 1902). Μητροπολίτης Καισαρείας της Καππαδοκίας (1878-1902) και σχολάρχης για ορισμένο χρονικό διάστημα της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Το 1875 αντιπροσώπευσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο συνέδριο των παλαιοκαθολικών στη Βόνη.
2. Ι., Μαρτίνος (Στεμνίτσα 1839 – 1923). Επίσκοπος Γόρτυνας και Μεγαλούπολης (1901-19). Αρχικά ήταν έγγαμος ιερέας και δάσκαλος, μετά όμως τον θάνατο της συζύγου του συνέχισε τις σπουδές του και διακρίθηκε ως καθηγητής του Αρσακείου και αργότερα ως επίσκοπος. Έγραψε τα εξής έργα: Ο βίος των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, Ερμηνεία εις τους χαιρετισμούς, Λειτουργική, Ερμηνεία Ευαγγελίων, Ερμηνεία εις τους ψαλμούς του Δαβίδ, Ερμηνεία της Κυριακής προσευχής, Μελέται κατά των δοξασιών του Μακράκη, Περί βυζαντινής μουσικής, Περί μνημοσύνων κ.ά.
3. I., Παπασαράντος (Ροϊνό Τριπόλεως 1876 – ;). Μητροπολίτης Αργολίδος (1939-42).
4. I., Βασιλικός, μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως (1936-38). Προηγουμένως είχε διατελέσει επίσκοπος Κωνστάντιας (1909-24), μητροπολίτης Ίμβρου (1924-26), Βελλάς και Κονίτσης (1926-36). Η συμμετοχή του στην εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού (5 Νοεμβρίου 1938) θεωρήθηκε άκυρη, γιατί στο μεταξύ είχε καθαιρεθεί.
5. I., Χατζηαποστόλου, μητροπολίτης Κασσανδρείας (1903-7). Είχε διατελέσει προηγουμένως μητροπολίτης Παραμυθιάς (1885-93), Δεσκάτης (1893-96), Λέρου και Καλύμνου (1897-1903).
6. Ι., Παπάλης (Αμπελώνας Λάρισας 1914 – 2001). Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου (1967-2001). Σπούδασε στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1951 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στη μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας. Το 1967 εξελέγη μητροπολίτης Σιδηροκάστρου, όπου επιτέλεσε σημαντικό πνευματικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Συγκεκριμένα, στη μητροπολιτική του περιφέρεια κατά τη διάρκεια της ποιμαντικής του διακονίας στο Σιδηρόκαστρο λειτουργούσαν ενοριακό κέντρο νεότητας, αίθουσα διαλέξεων και το ορφανοτροφείο θηλέων Η Ταβιθά, το γηροκομείο Ο Άγιος Νεκτάριος, οι εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις Ο Άγιος Παύλος κ.ά.
7. Ι., Ρίνε (Rinne, Τουρκού Φιλανδίας 1923 –). Μητροπολίτης Γέρων Νικαίας (2001-), Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Βιθυνίας. Σπούδασε θεολογία στη Φιλανδία, στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη), στην Αγγλία, στην Ελλάδα και στη Ρωσία (Αγία Πετρούπολη). Αναγορεύθηκε διδάκτορας θεολογίας στη Φιλανδία (1966) και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1971). Εργάστηκε ως καθηγητής σε σχολεία της Φιλανδίας, ενώ διετέλεσε υφηγητής της θεολογίας σε πανεπιστήμια της πατρίδας του. Το 1967 χρίστηκε μοναχός στη μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και Ευαγγελιστή Πάτμου και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος στην Κωνσταντινούπολη. Το 1969 εξελέγη επίσκοπος Λαπωνίας και το επόμενο έτος (1970) έγινε επαρχιούχος επίσκοπος Ελσιγκίου. Το 1972 ονομάστηκε μητροπολίτης και το 1978 εξελέγη αρχιεπίσκοπος Καρελίας και πάσης Φιλανδίας, όπου επιτέλεσε πλούσιο ποιμαντικό έργο (πνευματικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό). Από εκεί παραιτήθηκε και μετατέθηκε στη Γεροντική Ιερά Μητρόπολη Νικαίας.
8. Ι., Ζηζιούλας (Κοζάνη 1931 –). Μητροπολίτης Περγάμου (1986-), Υπέρτιμος και Έξαρχος Κόλπου Αρδαμυττηνού, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός. Σπούδασε στις θεολογικές σχολές των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Το 1965 αναγορεύθηκε διδάκτορας της θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη διατριβή Η Ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω. Το 1986 εξελέγη από το οικουμενικό πατριαρχείο μητροπολίτης Περγάμου. Έλαβε μέρος σε αρκετά διεθνή επιστημονικά συνέδρια ως εκπρόσωπος του οικουμενικού πατριαρχείου, διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, ενώ πρόσφατα διορίστηκε διευθυντής του γραφείου εκπροσώπησης του οικουμενικού πατριαρχείου στην Αθήνα. Διετέλεσε καθηγητής της συστηματικής θεολογίας στα πανεπιστήμια Γλασκόβης, Γενεύης, Λονδίνου και Ρώμης (Γρηγοριανό), ενώ κατέχει την έδρα της δογματικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Έχει αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας του Καθολικού Ινστιτούτου Παρισίων και της Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής Βελιγραδίου, είναι δε μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Θρησκευτικών Επιστημών Βρυξελλών (1973) και από το 1993 τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας εξελέγη πρόεδρος για το 2002 (ο πρώτος κληρικός πρόεδρος στην ιστορία του ιδρύματος).
Ο πάπας Ιωάννης Z’, ελληνικής καταγωγής, φρόντισε για την ανάπτυξη των τεχνών στη Ρώμη και ίδρυσε τον ναό του Αγίου Πέτρου (αρχές 8ου αι.) (Κρύπτες Βατικανού, Ρώμη).
Ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (φωτ. ΑΠΕ).
XVII
Όνομα διαφόρων ιεραρχών της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας της βυζαντινής περιόδου και της τουρκοκρατίας.
1. Επίσκοπος Αρβήλων Μεσοποταμίας (; – 344). Βρήκε μαρτυρικό θάνατο στη διάρκεια των διωγμών που είχε εξαπολύσει ο Πέρσης βασιλιάς, Σαπόρ, εναντίον των χριστιανών. Η μνήμη του τιμάται την 1η Νοεμβρίου.
2. Επίσκοπος Ραβένα (; – 494). Διακρίθηκε για τον αγώνα του εναντίον των βαρβάρων και κυρίως των Οστρογότθων. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιανουαρίου.
3. Επίσκοπος Καισαρείας Παλαιστίνης (5ος αι.). Καταγόταν από τις αιγυπτιακές Θήβες. Aπό εκεί πήγε στην Παλαιστίνη και μόνασε σε σπήλαια στο φαράγγι του Χοτζεβά (γι’ αυτό ονομαζόταν και Χοτζεβίτης). Χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων, αλλά εγκατέλειψε τη θέση του για να επιστρέψει στο ησυχαστήριό του. Έγραψε εναντίον του αιρετικού Σεβήρου.
4. Επίσκοπος Κολωνίας Μικράς Ασίας (μέσα 5ου – μέσα 6ου αι.). Καταγόταν από τη Νικόπολη της Αρμενίας και ανήκε στους ησυχαστές. Μετά τον θάνατο των γονιών του (471) ίδρυσε μοναστήρι, όπου μόνασε μαζί με άλλους δέκα μοναχούς. Μετά τον διορισμό του στη θέση του επισκόπου αποφάσισε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να αποσυρθεί στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα, ενώ αργότερα αναζήτησε ησυχαστήριο στην έρημο, όπου έζησε ως ασκητής. Πέθανε σε ηλικία 104 ετών. Για τη ζωή του έγραψε ο Κύριλλος Σκυθοπολίτης. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Δεκεμβρίου.
5. Επίσκοπος Μαϊουμά (τέλη 5ου – αρχές 6ου αι.). Έγραψε έργο με τον τίτλο Πληροφορίαι.
6. Επίσκοπος Κωνσταντίνης της Μεσοποταμίας (; – 538). Όταν στράφηκε στον μονοφυσιτισμό, διώχθηκε από την επισκοπή του (521) και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφοντας τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στην Αντιόχεια, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Έγραψε κανόνες, μία επιστολή και μία ερμηνεία του τρισάγιου ύμνου.
7. Επίσκοπος Καρπάθου (7ος αι.). Ο Φώτιος τον επαίνεσε για τα έργα του, που έχουν ασκητικό και μυστικιστικό περιεχόμενο.
8. Επίσκοπος Νικίου (τέλη 7ου – αρχές 8ου αι.). Σε αυτόν αποδίδεται το σύγγραμμα Χρονικόν, που απαριθμεί τα γεγονότα από την εποχή του Αδάμ έως την κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Μωαμεθανούς.
9. Επίσκοπος Πολυβότου Φρυγίας (τέλη 7ου – αρχές 8ου αι.). Πολέμιος των εικονομάχων. Αναφέρεται ότι έκανε δύο θαύματα, γι’ αυτό ονομάστηκε θαυματουργός.
10. Επίσκοπος Αρκαδιουπόλεως Θράκης (8ος αι.). Πήρε μέρος στην Z’ Οικουμενική Σύνοδο (787).
11. Μητροπολίτης Δάρας Μεσοποταμίας (9ος αι.). Οπαδός των Ιακωβιτών μονοφυσιτών, έγραψε πολλές πραγματείες σχετικά με την ιεροσύνη, την ανάσταση των σωμάτων, τη λειτουργία κ.ά.
12. Επίσκοπος Ευβοίας (10ος αι.). Έγραψε κυρίως ομιλίες και το Μαρτύριο της αγίας Παρασκευής.
13. Μητροπολίτης Ευχαίτων (11ος αι.). Καταγόταν από την Παφλαγονία.
14. Επίσκοπος Τράνης Απουλίας (11ος αι.). Σε αυτόν έγραψε επιστολή ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Λέων, όπου εναντιωνόταν σε ορισμένα λατινικά έθιμα (άζυμα, νηστεία Σαββάτου κ.ά.).
15. Επίσκοπος Μαββούγης (; – 1155). Καθαιρέθηκε από τον πατριάρχη Ιωάννη IB’, αργότερα όμως ξαναπήρε τη θέση του. Μετατέθηκε στην Καρσένα (1147) και μετά στο Τουρ-Αβδίν. Τελικά αποσύρθηκε και έζησε μοναχικό βίο έως τον θάνατό του. Έγραψε μία επικήδεια ακολουθία και επιστολές.
16. Μητροπολίτης Καϊσσόμης (; – 1171). Έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις (1169) για την ένωση της ιακωβιτικής και αρμενικής Εκκλησίας με τη βυζαντινή. Έγραψε ιστορία των χρόνων του, η οποία όμως χάθηκε.
17. Επίσκοπος Κίτρους (12ος αι.). Το περιεχόμενο των έργων του στρέφεται εναντίον των δογμάτων και των εθίμων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
18. Μητροπολίτης Κλαυδιουπόλεως (12ος αι.). Στο έργο του εκδήλωνε την αντίθεσή του προς τους Λατίνους και τους Αρμένιους.
19. Μητροπολίτης Ναυπάκτου (τέλη 12ου – αρχές 13ου αι.).
20. Επίσκοπος Χαράν Μεσοποταμίας (τέλη 12ου – αρχές 13ου αι.).
21. Επίσκοπος Μοσούλης Μεσοποταμίας (13ος αι.). Έγραψε λειτουργικά και ασκητικά έργα.
22. Μητροπολίτης Ζίχνων (τέλη 13ου – αρχές 14ου αι.). Όταν πλησίαζε το τέλος της ζωής του, αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, κοντά στις Σέρρες. Το όνομά του έγινε γνωστό όχι μόνο στο Βυζάντιο αλλά και στον σλαβικό κόσμο.
23. Αρχιεπίσκοπος Μύρων Λυκίας (; – 1796). Γεννήθηκε στη Λίνδο της Ρόδου, γι’ αυτό πήρε την προσωνυμία Λίνδιος. Χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Μύρων (1786), αλλά, επειδή αντιμετώπισε δυσκολίες με τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής του Αγίου Νικολάου, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Επέστρεψε αργότερα, αλλά και πάλι ζήτησε νέο καταφύγιο, στη Ρουμανία αυτή τη φορά (1789), όπου πέθανε. Έγραψε ερμηνεία στο Άσμα Ασμάτων, στον ιερό κανόνα του Ανδρέα Κρήτης κ.ά.
XVIII
Όνομα επτά πατριαρχών Αντιοχείας.
1. I. A’ (5ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (427-443). Την περίοδο της πατριαρχίας του πραγματοποιήθηκε στην Έφεσο η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος εναντίον του αιρετικού Νεστόριου. Όμως, ο Ι. Α’ έφτασε στην Έφεσο όταν η απόφαση για την καθαίρεση του Νεστόριου είχε πλέον ληφθεί. Το γεγονός ότι μια τόσο σοβαρή απόφαση ελήφθη ενώ αυτός απουσίαζε, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια και την οργή του. Αφού διαφώνησε με τον Κύριλλο της Αλεξανδρείας, αποχώρησε από τη σύνοδο χωρίς vα αναγνωρίσει τις αποφάσεις της. Αργότερα, και με τη μεσολάβηση του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδόσιου B’, συμφιλιώθηκε με τον Κύριλλο και επικύρωσε τα πρακτικά της συνόδου.
2. I. B’ o Κωδωνάτος (5ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (475-477 και 495-497). Καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και υποστήριζε τους μονοφυσίτες, γι’ αυτό καθαιρέθηκε κατά το πρώτο διάστημα της πατριαρχίας του.
3. I. Γ’ ο Πολίτης (τέλη 10ου – αρχές 11ου αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (996-1021). Το σπουδαιότερο γεγονός κατά την περίοδο της πατριαρχίας του ήταν η ανοικοδόμηση του ναού του Aγίου Κασσιανού στην Αντιόχεια κατά το πρότυπο της Aγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.
4. I. Δ’ (11ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1056-57). Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του δεν σημειώθηκε κανένα αξιόλογο γεγονός. Το όνομά του αναφερόταν στον Βίοτου αγίουΓεωργίου του Αγιορείτη.
5. I. E’ o Οξείτης (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1089-1110). Αρχικά διετέλεσε χαρτοφύλακας της Μεγάλης Εκκλησίας. Ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο με υπόδειξη του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Μετά την κατάληψη της Αντιόχειας από τους Σταυροφόρους (1098) παραιτήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε έως τον θάνατό του. Έγραψε πολλά έργα, από τα οποία ξεχωρίζουν ο Λόγος προς τον βασιλέα και η Συμβουλή προς βασιλείς, όπου γίνεται αναφορά στη δήμευση αγαθών, που ανήκαν στην Εκκλησία, από τον αυτοκράτορα. Έγραψε επίσης την Απολογία περί φυγής, τα Ασκητικά και τον Λόγο περί νηστείας.
6. I. ΣΤ’ ο Απλουχέρης (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1106-34). Ανήκε στον κλήρο της Κωνσταντινούπολης. Όταν εξελέγη πατριάρχης Αντιοχείας, δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του, επειδή η πόλη είχε καταληφθεί από τους Φράγκους· γι’ αυτό ασκούσε τα καθήκοντά του από την Κωνσταντινούπολη.
7. I. Z’ (12ος αι.). Πατριάρχης Αντιοχείας (1157-61). Ήταν μοναχός στη μονή του Αρχάγγελου Μιχαήλ, στο μικρό νησί Οξεία της Προποντίδας, όπου διακρίθηκε για την ευσέβεια και τις πνευματικές αρετές του. Ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο με υπόδειξη του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού και διοίκησε την Εκκλησία της Αντιόχειας με υποδειγματικό τρόπο.
XIX
Όνομα 14 πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.
1. Ι. Α’ ο Χρυσόστομος. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (397-404). Βλ. λ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
2. I. B’ ο Καππαδόκης (6ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (518-520). Καταγόταν από την Καππαδοκία και ήταν αρχικά σύγκελος της Μεγάλης Εκκλησίας. Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Τιμόθεο A’ και συγκάλεσε δύο συνόδους. Η πρώτη (518) αποκατέστησε τον πάπα Λέοντα και τους πατριάρχες Ευφήμιο και Μακεδόνιο, ενώ ταυτόχρονα αποφάσισε την ανακομιδή στην Κωνσταντινούπολη των λειψάνων των δύο τελευταίων. Η δεύτερη (519), εξαιτίας της αρνητικής στάσης των εκπροσώπων του πάπα Ορμίσδα, δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
3. I. Γ’ ο Αντιοχεύς (6ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (565-577). Μολονότι ξεκίνησε ως σχολαστικός (δικηγόρος), γρήγορα εγκατέλειψε το επάγγελμά του και έγινε κληρικός. Διετέλεσε αποκρισιάριος (αντιπρόσωπος) του πατριάρχη Αντιοχείας στην Κωνσταντινούπολη και λίγο αργότερα διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ευτύχιο, ο οποίος καθαιρέθηκε. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει οι αιρετικοί στην Αίγυπτο, ο I. Γ’ έπεισε τον αυτοκράτορα Ιουστίνο B’ να στείλει στην περιοχή τον αβά Φωτεινό με αποστολή να βοηθήσει στην αποκατάσταση της εκκλησιαστικής τάξης. Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του έχτισε και ανακαίνισε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια.
4. I. Δ’ ο Νηστευτής (6ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (585-595). Ήταν γνωστός και ως Οικουμενικός, τίτλος που του δόθηκε επίσημα από τη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (587). Ασκητής και φιλάνθρωπος, διακρίθηκε για την ευσέβεια αλλά και για τις διαμάχες του με τους πάπες. Η απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινούπολης, η οποία τον ανακήρυξε Οικουμενικό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Πελάγιου B’, τη στιγμή μάλιστα που στη Ρώμη διαμορφωνόταν η αντίληψη για το πρωτείο του πάπα. Τη μεγαλύτερη πολεμική εναντίον του Ι. Δ’ άσκησε ο πάπας Γρηγόριος A’, ο οποίος, αν και γνώριζε τις αρετές και την ταπεινοφροσύνη του, έστελνε επιστολές στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, όπου τον αποκαλούσε εγωιστή, σατανικό και πρόδρομο του αντίχριστου. Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 2 Σεπτεμβρίου. Στην αρχή γιορταζόταν ως άγιος και στη Δύση, αλλά αργότερα οι Βολλανδιστές τον διέγραψαν από το εορτολόγιο.
5. I. E’ (7ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (669-675). Διετέλεσε πρωτέκδικος και χαρτοφύλακας της Μεγάλης Εκκλησίας καθώς επίσης σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας. Διαδέχθηκε τον Θωμά B’ και διακρίθηκε για τη σύνεση και την ευσέβειά του. Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Αυγούστου.
6. I. ΣΤ’ (τέλη 7ου – αρχές 8ου αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (712-714). Οπαδός των αιρετικών Ευτυχούς και Διόσκουρου, διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον ορθόδοξο Κύρο, ο οποίος καθαιρέθηκε από τον επίσης αιρετικό αυτοκράτορα Φιλιππικό. Με προτροπή του I. ΣΤ’ ο Φιλιππικός συγκάλεσε το 712 σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία καταδίκασε την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο (680).
7. I. Z’ ο Γραμματικός ή Χάραξ (9ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (836-842). Εξαιτίας της εξαιρετικής μόρφωσής του ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Τραυλός τον προσέλαβε ως δάσκαλο του γιου του, Θεόφιλου. Φανατικός εικονομάχος, όταν ήταν ηγούμενος της μονής των Αγίων Σέργιου και Βάκχου, κατέστρεψε τις εικόνες που υπήρχαν στον ναό αυτής της μονής. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεόφιλου, πατριάρχης πια, ευνόησε ή τουλάχιστον ανέχθηκε τις διώξεις των εικονολατρών. Όταν όμως πέθανε ο Θεόφιλος (842), καθαιρέθηκε από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Λίγο μετά τον θάνατό του, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Μέθυσος διέταξε να βγάλουν το λείψανό του από τον τάφο και να το κάψουν.
8. I. H’ ο Ξιφιλίνος (11ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1063-75). Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα και σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αργότερα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Διετέλεσε δικαστής και νομοφύλακας, ενώ το 1054 αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο οποίο αργότερα πήγε και ο Μιχαήλ Ψελλός. Εκεί έζησε ως μοναχός περίπου δέκα χρόνια μελετώντας και γράφοντας συνεχώς. Κατά την περίοδο της πατριαρχίας του ανέπτυξε πολύμορφη δραστηριότητα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανακαίνιση των εικόνων της Αγίας Σοφίας και την επισκευή πολλών εκκλησιών στην Κωνσταντινούπολη. Φιλάνθρωπος όπως ήταν, ίδρυσε ιδιωτικό αρτοποιείο, στο οποίο παρασκευαζόταν ψωμί για τους φτωχούς. Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεόδουλου διόρισε διάδοχό του τον Έλληνα Ιωάννη. Ο Ι. Η’ ασχολήθηκε με τη συγγραφή νομικών κειμένων, από τα οποία σώζονται μόνο εκείνα που αναφέρονται ή σχολιάζουν τη μεγάλη συλλογή, νομικού περιεχομένου, με τον τίτλο Βασιλικά. Οπαδός της αριστοτελικής φιλοσοφίας, άσκησε έντονη κριτική στον πλατωνικό φίλο και δάσκαλό του, Ψελλό. Από τα φιλοσοφικά έργα του σώζονται μόνο ορισμένοι τίτλοι, όπως Περί γενέσεως και φθοράς, Περί τροφής, Περί ανθρώπων φύσεως και Περί ζώων. Εξαιρετικής σπουδαιότητας, τέλος, είναι το έργο του Ερμηνευτικαί διδασκαλίαι, που αναφέρεται σε κείμενα των Ευαγγελίων, ενώ διακρίνεται για το λιτό ύφος του, το οποίο αναδεικνύει τη βαθύτατη θεολογική μόρφωση του συγγραφέα του.
9. I. Θ’ ο Αγαπητός (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1111-34). Διετέλεσε ιερομνήμονας της Μεγάλης Εκκλησίας και διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Νικόλαο Γ’. Σημαντικό γεγονός της πατριαρχίας του ήταν η προσπάθεια του πάπα Πασχάλιου B’ να πραγματοποιηθεί η ένωση των δύο Εκκλησιών, η οποία όμως δεν πέτυχε (1112). Ο I. Θ’ διέταξε να τιμάται στις εκκλησίες η μνήμη του Ιουστινιανού Α’ στις 2 Αυγούστου και επικύρωσε τα προνόμια της μονής του Αγίου Ιωάννη της Πάτμου, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος Χριστόδουλος.
10. I. ο Καματηρός (; – 1209). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1198-1206). Διάκονος και χαρτοφύλακας της Μεγάλης Εκκλησίας, διαδέχθηκε τον Γεώργιο B’ και παρέμεινε πατριάρχης έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204), οπότε αποσύρθηκε στο Διδυμότειχο μέχρι τον θάνατό του. Από τα έργα του σώζεται μία επιστολή προς τον πάπα Ινοκέντιο Γ’, όπου διατυπώνει την αντίθεσή του στο πρωτείο του πάπα και στην προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστης.
11. I. IA’ ο Βέκκος (; – 1297). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1275-82). Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο ιστορικό προσκήνιο της εποχής ως διπλωματικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα Μιχαήλ H’ του Παλαιολόγου στον ηγεμόνα της Σερβίας και στον βασιλιά της Γαλλίας. Η ζωή του, όπως και η συγγραφική του δραστηριότητα, επικεντρώθηκαν στο ζήτημα της ένωσης Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, το οποίο μετά την ενωτική σύνοδο της Λιόν (1274) συντάραζε πάλι τη βυζαντινή κοινωνία. Αρχικά εμφανίστηκε ως ανθενωτικός, φυλακίστηκε όμως από τον αυτοκράτορα και άλλαξε άποψη. Η μεταστροφή του ανταμείφθηκε με την ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο. Ο διάδοχος όμως του Μιχαήλ, Ανδρόνικος B’, ακολούθησε διαφορετική εκκλησιαστική πολιτική. Καθαίρεσε τον I. ΙΑ’ από τον πατριαρχικό θρόνο και τον ανάγκασε να αποκηρύξει τις ενωτικές του απόψεις. Ο I. ΙΑ’ δεν άλλαξε στάση και γι’ αυτό φυλακίστηκε σε ένα φρούριο της Βιθυνίας, όπου πέθανε. Έγραψε δεκάδες θεολογικές πραγματείες για να αποδείξει τη δογματική ταυτότητα των δύο Εκκλησιών. Αυτά τα έργα αποτέλεσαν πηγή άντλησης επιχειρημάτων για πολλούς ενωτικούς συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνους.
12. I. IB’ (Κοσμάς, τέλη 13ου αι. – αρχές 14ου αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1294-1304). Καταγόταν από τη Σωζόπολη και ήταν πατέρας δύο παιδιών. Όταν πέθανε η σύζυγός του, έγινε ιερέας και μετονομάστηκε σε I. Διετέλεσε ηγούμενος της μονής του Παμμακάριστου και πνευματικός του αυτοκράτορα. Διορίστηκε πατριάρχης μετά την παραίτηση του προκατόχου του, Αθανάσιου A’· τελικά όμως παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη Σωζόπολη μέχρι τον θάνατό του.13. I. ΙΓ’ o Γλυκύς (14ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1316-20). Λογοθέτης του δρόμου αρχικά, έγινε πατριάρχης, όταν αποφάσισε η γυναίκα του να μονάσει. Παραιτήθηκε τελικά για λόγους υγείας και αποσύρθηκε στο μοναστήρι της Κυριώτισσας. Σώζονται το κείμενο της παραίτησής του, η διαθήκη του και ένα μέρος της αλληλογραφίας του.
14. I. ΙΔ’ ο Καλέκας (14ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1334-47). Καταγόταν από γνωστή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και διετέλεσε ανακτορικός ιερέας. Στη διάρκεια της πατριαρχίας του αναμείχθηκε στις διαμάχες των ησυχαστών και υποστήριξε τους αγώνες του Βαρλαάμ και του Ακίνδυνου εναντίον του Γρηγορίου Παλαμά. Εξαιτίας της στάσης του αυτής τον κατήγγειλαν επτά αρχιερείς στην αυτοκράτειρα Άννα, η οποία όμως δεν τον ενόχλησε. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ (1341), ο διάδοχός του, Ιωάννης Ε’, συγκάλεσε σύνοδο, επειδή κατηγορήθηκε από τον I. ΙΔ’ ότι σφετερίστηκε τον θρόνο που ανήκε στα παιδιά του Ανδρόνικου· αυτή η σύνοδος τον καθαίρεσε από το πατριαρχικό αξίωμα. Ο I. ΙΔ’ ήταν πολυμαθής και σπουδαίος εκκλησιαστικός ρήτορας· έγραψε 60 ομιλίες από τις οποίες σώζονται μόνο δύο.
XX
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Ι. ο Βαπτιστής. Βλ. λ. Ιωάννης ο Βαπτιστής.
2. Ι. ο Αιγύπτιος (3ος αι.). Καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε επί Μαξιμιανού με αποκεφαλισμό (295). Η μνήμη του τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.
3. Ι. ο της Κλίμακας (6ος αι.). Ήταν μοναχός στη μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, αλλά μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αποσύρθηκε σε ένα σπήλαιο της περιοχής, όπου μόνασε για 40 χρόνια. Έγινε γνωστός στην Ανατολή και αργότερα στη Δύση για τον αυστηρό ασκητικό βίο του και για το ασκητικό έργο Κλίμαξ, το οποίο μεταφράστηκε στα λατινικά, στα παλαιοσλαβικά, στα αραβικά, στα νέα ελληνικά και σχολιάστηκε από τους περισσότερους Πατέρες της Εκκλησίας· σημαντικό είναι και το έργο Προς Ποιμένα λόγος. Η προσωπικότητα του I. άσκησε μεγάλη επίδραση στον μοναχικό κόσμο, ενώ τα συγγράμματά του, που θεωρούνται από τα σπουδαιότερα του είδους, τον εντάσσουν στις κορυφαίες μορφές της εκκλησιαστικής γραμματολογίας. Ουσιαστικά, το δεύτερο έργο του I. είναι συμπλήρωμα του πρώτου και αναφέρεται στα καθήκοντα του πνευματικού ποιμένα. Το πρώτο γράφτηκε σε απλή γλώσσα και υπήρξε για αιώνες το προσφιλέστερο ανάγνωσμα των μοναχών. Ο τίτλος Κλίμαξ προήλθε από την κλίμακα (σκάλα) του Ιακώβ, επειδή «τους ακολουθούντας αυτήν αναβιβάζει ώσπερ κλίμαξ τις από των ταπεινοτέρων επί τα υψηλότερα και θειότερα». Η μνήμη του τιμάται στις 30 Μαρτίου.
4. Ι. ο Ελεήμων (7ος αι.). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (610-621). Βλ. λ. Ιωάννης. Όνομα πατριαρχών Αλεξανδρείας (5.).
5. Ι. ο Ψυχαΐτης (9ος αι.). Ασκητής. Καταδιώχθηκε και βασανίστηκε την περίοδο της εικονομαχίας. Η μνήμη του τιμάται στις 7 Μαΐου.
6. Ι. ο μάρτυρας (9ος αι.). Καταγόταν από τις Συρακούσες. Την περίοδο της βασιλείας του Βασίλειου Α’ του Μακεδόνα, όταν κατελήφθη η πόλη από τους Σαρακηνούς, αιχμαλωτίστηκε μαζί με τους γιους του, Αντωνίνο και Πέτρο· οδηγήθηκαν όλοι στην Αφρική, όπου μαρτύρησαν με αποκεφαλισμό. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου.
7. Ι. ο όσιος (9ος αι.). Διετέλεσε ηγούμενος της μονής Καθαρών, ενώ εξορίστηκε και βασανίστηκε σκληρά σε όλη τη διάρκεια της εικονομαχίας. Πέθανε όταν βασίλευε ο Θεόφιλος (829-842). Η μνήμη του τιμάται στις 27 Απριλίου.
8. Ι. ο ησυχαστής (9ος αι.). Ήταν μαθητής του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Απριλίου.
9. Ι. ο Δερμοκαΐτης (10ος αι.). Θεωρείται ότι πρόκειται για τον μοναχό στον οποίο ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός (919-944) εξομολογήθηκε με επιστολή τις αμαρτίες του. Ασκήτεψε στο μοναστικό κέντρο του Ολύμπου της Βιθυνίας. Η μνήμη του τιμάται στις 17 Νοεμβρίου.
10. Ι. ο Ίβηρ (10ος αι.). Πατέρας του αγίου Ευθυμίου, του κτήτορα της μονής Ιβήρων στο Άγιον Όρος. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Μαΐου.
11. Ι. ο θαυματουργός (10ος αι.). Καταγόταν από τη Βουλγαρία και αποτέλεσε πνευματικό καθοδηγητή του βασιλιά Πέτρου του Α’. Ήταν ιδρυτής και ασκητής της μονής Ρίζου. Η μνήμη του τιμάται στις 19 Οκτωβρίου.
12. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1526). Καταγόταν από τα Ιωάννινα. Κάηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Απριλίου.
13. Στρατιώτης στην Τράλλη της Μικράς Ασίας, όπου μαρτύρησε επί Ιουλιανού του Παραβάτη. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Ιουλίου.
14. Ι. ο Κάλφας (; – 1575). Καταγόταν από τον Γαλατά. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό στην Κωνσταντινούπολη. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου.
15. Ι. ο μάρτυρας (; – 1506). Καταγόταν από την Τραπεζούντα. Μαρτύρησε από τους Τούρκους στη Λευκόπολη της Μολδαβίας. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουνίου.
16. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1669). Ήταν ναύκληρος και μαρτύρησε στην Κω, όπου ρίχτηκε στη φωτιά. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Απριλίου.
17. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1652). Καταγόταν από τη Θάσο. Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη από τους Τούρκους με ξίφος. Η μνήμη του τιμάται στις 20 Δεκεμβρίου.
18. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1773). Καταγόταν από τη Μονεμβασία. Αποκεφαλίστηκε στη Θεσσαλονίκη από τους Τούρκους. Η μνήμη του τιμάται στις 21 Οκτωβρίου.
19. Ι. ο Ρώσος (; – 1730). Καταγόταν από τη Ρωσία και διακρίθηκε για την αγιότητα του βίου του. Η μνήμη του τιμάται στις 27 Μαΐου.
20. Ι. ο νεομάρτυρας ή Νάννος (; – 1802). Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Μαρτύρησε στη Σμύρνη με αποκεφαλισμό. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Μαΐου.
21. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1802). Καταγόταν από τη Σούλμα της Βουλγαρίας. Τον αποκεφάλισαν οι Τούρκοι. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Μαΐου.
22. Ι. ο νεομάρτυρας (; – 1811). Καταγόταν από την Κρήτη. Απαγχονίστηκε στην Έφεσο από τους Τούρκους. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Σεπτεμβρίου.
23. Ι. ο οσιομάρτυρας. Ηγούμενος της μονής Μοναγρίας. Τον εγκλώβισαν σε ένα σακί και τον έριξαν στη θάλασσα. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Ιουνίου.
24. Ι. ο όσιος. Πλούσιος κάτοικος της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος, όταν είδε τον όσιο Ζαχαρία τον σκυτοτόμο να βγαίνει από τον ναό της Αγίας Σοφίας και να περιβάλλεται με θείο φως, στράφηκε σε αυστηρό ασκητισμό. Η μνήμη του τιμάται στις 17 Νοεμβρίου.
25. Ι. ο ερημίτης. Καταγόταν από την Κρήτη και ασκήτεψε μαζί με άλλους 99 γνωστούς ασκητές. Η μνήμη όλων τιμάται στις 7 Οκτωβρίου.
26. Ι. ο Λαμπαδιστής. Καταγόταν από την Κύπρο, όπου σώζεται μονή με το όνομά του. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Οκτωβρίου.
Στη μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά έζησε ως μοναχός ο Ιωάννης της Κλίμακας (φωτ. ΑΠΕ).
XXI
Όνομα εννέα πατριαρχών Ιεροσολύμων.
1. I. A’ (2ος αι.). Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Βενιαμίν τον Σοφό.
2. I. B’ (τέλη 4ου – αρχές 5ου αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (386-417). Ήταν φίλος και συνεργάτης του Ιωάννη Χρυσόστομου και θαυμαστής του Ωριγένη· για να υπερασπίσει τον τελευταίο συγκάλεσε σύνοδο στα Ιεροσόλυμα (399). Στον I. B’ αποδίδεται η εισαγωγή των μοναχικών διατάξεων του Μεγάλου Βασιλείου στην Παλαιστίνη.
3. I. Γ’ (6ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (516-524). Εχθρός των μονοφυσιτών και ιδιαίτερα του Σεβήρου Αντιοχείας, εκδιώχθηκε και φυλακίστηκε από τον διοικητή της Παλαιστίνης, Αναστάσιο.
4. I. Δ’ (6ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (575-594). Πριν εκλεγεί πατριάρχης ήταν μοναχός για αρκετό διάστημα στη μονή των Ακοιμήτων.
5. I. E’ (; - 740). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (706-735). Πολέμιος των εικονομάχων, αγωνίστηκε με πάθος εναντίον τους μαζί με τον φίλο του Ιωάννη Δαμασκηνό.
6. I. ΣΤ’ (9ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (838-842). Εξαιτίας της ανάρμοστης διαγωγής του αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το αξίωμα.
7. I. Z’ (10ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (964-966). Βρήκε μαρτυρικό θάνατο στον ναό της Αναστάσεως.
8. I. H’ (τέλη 11ου – αρχές 12ου αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1106-56). Ασκούσε τα καθήκοντά του από την Κωνσταντινούπολη, επειδή οι Σταυροφόροι κατείχαν τα Ιεροσόλυμα· είχαν μάλιστα εγκαθιδρύσει στην περιοχή ρωμαιοκαθολική ιεραρχία.
9. I. Θ’ (12ος αι.). Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1156-66). Παρέμεινε και αυτός στην Κωνσταντινούπολη λόγω της φραγκοκρατίας. Ασχολήθηκε με τη συγγραφή βίων αγίων (του Iωάννη Δαμασκηνού, του Κοσμά Μελωδού κ.ά.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ιωάννης — ο Иоанн – 1) имя некоторых святых Православной Церкви, среди которых самыми почитаемыми являются: а) Ιωάννης ο Πρόδρομος ή Βαπτιστής Иоанн Предтеча, или Креститель Господень; б) ο Ιωάννης Ευαγγελιστής ή ο Θεολόγος Иоанн Евангелист или Богослов;… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ἰωάννης — Ἰώαννης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιωάννης ο Βαπτιστής ή ο Πρόδρομος — (περ. 5 π.Χ. – 27; μ.Χ.).Άγιος και προφήτης της χριστιανικής Εκκλησίας. Ήταν γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Πολύ σύντομα αποσύρθηκε στην έρημο, όπου έμεινε έως το 15o έτος της βασιλείας του Τιβέριου, διάγοντας ασκητική ζωή και κηρύσσοντας την …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης ο Ευαγγελιστής — (1ος αι. μ.Χ.).Γιος του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιακώβου, είχε προσχωρήσει αρχικά στη θρησκευτική κίνηση του Ιωάννη του Βαπτιστή –αν και αυτό δεν είναι βέβαιο– και αργότερα ακολούθησε τον Ιησού. Οι πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του προέρχονται… …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης-Παύλος — (Johannis Paulus). Όνομα δύο παπών της Ρώμης. 1. Ι. Π. Α’ (Albino Luciani, 1912 – 1978). Πάπας της Ρώμης (1978). Ήταν βενετικής καταγωγής και προερχόταν από οικογένεια εργατών. Σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης …   Dictionary of Greek

  • Ἰωάννης Β' Κομνηνός — Johannes II. und Kaiserin Irene (Mosaik in der Hagia Sophia) Johannes II. Komnenos (griechisch Ἰωάννης Β Κομνηνός, * 3. September …   Deutsch Wikipedia

  • Ιωάννης Άγγελος Κομνηνός — (13ος αι.).Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης (1237 44). Ήταν γιος του Θεόδωρου Α’ Αγγέλου Κομνηνού, ο οποίος έπειτα από μια ανεπιτυχή εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων αιχμαλωτίστηκε και τυφλώθηκε. Η νέα κατάσταση έδωσε την ευκαιρία στον αδελφό του,… …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης ο Πρόδρομος — Βλ. λ. Ιωάννης ο Βαπτιστής …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης ο Χρυσόστομος — (Αντιόχεια 354; – Κόμανα, Πόντος 407).Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (398 404), από τους σημαντικότερους εκκλησιαστικούς ρήτορες όλων των εποχών και ο πολυγραφότερος από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν και ορφάνεψε πρόωρα από πατέρα, ανατράφηκε με… …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης Σκότος Εριγένης — Βλ. λ. Εριγκένα ή Εριούγκενα, Ιωάννης ο Σκότος …   Dictionary of Greek